Κυριακή της Σαμαρείτιδος. Ο ανθρώπινος και ο θείος έρως

Ένας Θεός, μία γυναίκα και ένα πηγάδι. Μία αγάπη θεϊκή, μία σαρκική και στη μέση το νερό. Μία γυναίκα πασίγνωστη στην περιοχή που τη συνοδεύει η άγνοια και ένας Θεός παντογνώστης αλλά άγνωστος στους πάντες. Και ο καυτερός ήλιος, κυρίαρχος της ημέρας, εξαλείφει κάθε σκιά κάτω από τα πόδια του την ώρα του μεσημεριού. Σε λίγο τα πάντα θα γίνουν σαφή, θα εξαφανισθούν οι σκιές της αμάθειας, θα διαλυθούν οι απορίες. Φως πνευματικό θα χυθεί, άπλετο στις ψυχές που ποθούν τη λύτρωση, που ποθούν τα επουράνια. Δύο κόσμοι αντίθετοι, του άνδρα και της γυναίκας, δύο αγάπες άσχετες μεταξύ τους, η μία θεϊκή και η άλλη αμαρτωλή. Μία κοσμογονική ένωση πρόκειται να γίνει, τώρα θα λυθεί η συμπαντική εξίσωση με δύο αγνώστους, τον άνδρα και τη γυναίκα, την αγάπη και τον αγοραίο έρωτα. Τα διεστώτα θα οδηγηθούν εις εν. Αυτό είναι το έργο του Μεσσία, της προσδοκίας των εθνών.

… Η Σαμαρείτισσα στο πρόσωπο του ξένου δεν συνάντησε ένα προφήτη, όπως κατ’  αρχάς νόμισε. Ήλθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αιώνια αγάπη, είδε μπροστά της το αρχέτυπο των γεννητόρων της, την πηγή της ζωής της. Πέρασε αυτόματα από τον επίγειο έρωτα στον ουράνιο. Τώρα δεν μπορεί να φύγει από το φρέαρ, είναι αιχμάλωτη του Ιησού, δέσμια του προαιώνιου αγαπημένου της που έψαχνε μάταια να τον βρει στις παγωμένες καρδιές των δύστυχων συνανθρώπων της. Όλοι οι άνδρες φλέγονταν γι’  αυτήν, δεν δίσταζαν και να πληρώσουν ακόμη για να την απολαύσουν αλλά εκείνη υπέφερε κοντά τους, απλώς τους υπέμενε. Κάτι προσπαθούσε να διακρίνει στο βάθος της ψυχής τους αλλά αντίκρυζε την άβυσσο. Το ίδιο και οι άλλοι. Μία προσωποποιημένη αυταπάτη, ένας αντικατοπτρισμός σε προσωπικό επίπεδο κατέληγε να είναι η συνάντησή τους με αυτήν. Χώριζαν το ίδιο κενοί και οι δύο, το ίδιο διψασμένοι, με την απογοήτευση κρεμασμένη από τα χείλη τους.

Ένα πρωτογνωρο συναίσθημα τώρα την αναταράσσει, ο νους της λίγο θέλει να σαλευθεί. Προσβλέπει στον Μεσσία ως τη μοναδική μεγάλη της αγάπη και ντρέπεται. Ταυτόχρονα όμως ζει το θείο μεγαλείο σε τέτοια πληρότητα, που ποτέ πριν δεν το είχε βιώσει. Όσο περνούν οι στιγμές, τόσο και ο ανθρώοινος έρωτας μετατρέπεται σε θείο, όσο παρέρχεται η ώρα τόσο και αντιλαμβάνεται, ότι μία είναι η αγάπη, η θεία. Οι άλλες είναι κακέκτυπά της, προσβλητικές απομιμήσεις της, προϊόντα έκπτωσης της ανθρωπίνης ύπαρξης.

… Γι’  αυτό φεύγει δρομαίως και αναγγέλλει το μέγα γεγονός στους συνανθρώπους της.

(« Ερμηνεία των ιερών Ευαγγελίων κατά την τάξιν Μελχισεδέκ»  εκδ. Γρηγόρη  Αθήνα 2016  σελ. 301 –  302)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s