Ολισθήματα της γλώσσας

«Γλώσσα, το πιο λαξευμένο μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, το πιο αθάνατο από τα επιτεύγματά του, το πλέον απρόσιτο στους εχθρούς, αυτό που πλάθεται επί αιώνες και δεν τελειούται, αυτό που συνεχώς μετασχηματίζεται αλλά παραμένει το ίδιο».

Τη γλώσσα λοιπόν δεν πρέπει να την εγγίζεις επιπόλαια, θα έλεγα καλλίτερα, ανόσια.Είναι κάτι το ιερό και μεγαλειώδες και πάντα θα είσαι πολύ μικρός απέναντί της αλλά και πολύ μεγάλος, όταν μπορείς κάτι να της προσφέρεις.

Η γλώσσα είναι το πιο ζωντανό από όλα τα μνημεία του πολιτισμού. Διατηρείται ακόμη και μετά το θάνατο ενός λαού μέσα από τα γραπτά του μνημεία.

Επειδή είναι κάτι ζωντανό, συνεχώς μετασχηματίζεται. Επομένως η φύση της είναι τέτοια, ώστε εκπροσωπεί από τη μία το παρελθόν και από την άλλη το μέλλον, από τη μία τη συντήρηση και από την άλλη την πρόοδο, από τη μία την παγίωση του ορθού, του δόκιμου και του ωραίου και από την άλλη τη δημιουργία του νέου, την ανάπλαση του παλαιού και την αναζωογόνηση.

Τη γλώσσα την εναγκαλίζονται ιδιοτελώς αλλά και εμπαθώς δύο ομάδες πολιτών. Από τη μία οι λόγιοι, το κατεστημένο, και από την άλλη ο απλός λαός και οι εκπρόσωποί του. Οι πρώτοι είναι πάντοτε οι θιασώτες της αρχαΐζουσας, ενώ οι δεύτεροι οι εραστές της καθομιλουμένης.

Στην αρχή της επανάστασης του ’21 η γλώσσα των Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου, Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη και τόσων άλλων, ήταν εντελώς διαφορετική από τη γλώσσα των «καλαμαράδων». Όταν οι λαϊκοί αγωνιστές ηττήθηκαν, δολοφονήθηκαν, φυλακίσθηκαν, η γλώσσα των καλαμαράδων επικράτησε ολοσχερώς.

Όταν η Αθήνα το 1833 έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους, η λεγόμενη καθαρεύουσα ήταν η επίσημη γλώσσα. Έπρεπε να τη μαθαίνει κανείς, όπως μαθαίνεται μία ξένη γλώσσα. Ήταν μία γλώσσα κούφια, γεμάτη αοριστολογίες, και έδειχνε μια υπερβολική προτίμηση για σημειολογικούς δανεισμούς.

Τ ο   π ρ ό β λ η μ α   τ η ς   Γ λ ώ σ σ α ς   σ τ η ν   ε π ο χ ή   μ α ς
– Είναι πιο θεμελιώδες, δεν είναι οξύ, γι’ αυτό και καθίσταται πλέον βλαβερό.

– Δεν έχουμε λογίους οι οποίοι αντιμάχονται ή υπεραμύνονται των θέσεών τους ο καθένας από το μετερίζι του. Έχουμε αγράμματους, απαίδευτους, και μάλιστα σε κυβερνητικές και άλλες υπεύθυνες θέσεις της κοινωνίας, οι οποίοι φονεύουν τη γλώσσα.

– Χρησιμοποιούν λέξεις, την έννοια των οποίων αγνοούν.
Επαναλαμβάνουν ρητά και καθιερωμένες εκφράσεις αλλοιώνοντας λόγω αγνοίας ορισμένες λέξεις με αποτέλεσμα να μεταβάλλουν τα ρητά αυτά από σοφά σε γελοία.

– Το πρόβλημα καθίσταται οξύτερο εκ του γεγονότος, ότι κανένας δεν ενοχλείται και κανένας δεν αντιδρά.

(στοιχεία από: «Η γλώσσα μου είναι Ελληνική» εκδ. Γρηγόρη  Αθήνα 2012
«Ἱστορικά» εκδ. Ελευθεροτυπία τευχ. 253)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s