Άνοιξη. Σάλπισμα Ανάστασης

Διαβαίνουν τα φεγγάρια, κι ο τροχός γλυστράει τη γης και πάει.
περάσαν οι βροχές και διάβη ο χλιος απάλαφρος χειμώνας,
και στο μικρό το σπόρο ξεκουνάει το άγενο ακόμα αστάχυ.
Μαλλιάζει η γης, μυρίζουν τα βουνά, τα χώματα ξυπνούνε.
κι ο κούκος κάθισε πα στο κλαρί κι οι λογισμοί τον παίρνουν.
κι ως έκλωθε μες στο στηθάκι του της άνοιξης τη γλύκα,
κού – κου! η φωνή του λιόχαρου θεού γρικήθη στην καρδιά του,
κι ευτύς ελάμψαν και πλημμύρισαν ανθούς τα μαύρα μάτια.
Κού – κου! αντιλάλησε ο λαιμός ορθός, και μονομιάς στους κάμπους
ο φουσκοδέντρης άνεμος φυσάει κι οι πρίνοι ροδαμίζουν,
πετούν ανθούς τα σπαθοβότανα, γελούν οι πικραλίδες
κι ο πρωτολἀτης ξεκινάει βλαστός κι όλο το δέντρο τρίζει

(Ν. Καζαντζάκης «Οδύσσεια» τομ. Β’ εκδ. Έθνος  Αθήνα 2015  σελ. 248-249)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s