Η λάσπη

Ξεκίνησε η άμαξα να φύγει από τον τόπο της κόλασης φορτωμένη με ανθρώπους απελπισμένους, με παιδιά και αναπήρους. Όλο το βιος τους σε ένα μπόγο ρούχα που τον κρατούσαν στιβαρά οι άνδρες, όλες τους οι οικονομίες και τα τιμαλφή στις περιωρισμένες τσέπες τους, όλη η λατρεία τους στα βρέφη που κούρνιαζαν στων μανάδων τους την αγκαλιά.

Φεύγαν οι άνθρωποι απελπισμένοι, γιατί οι εχθροί ήταν οι δικοί τους, τ’ αδέλφια τους, οι γείτονές τους, οι συγγενείς και φίλοι. Ο χειρότερος εχθρός! Αυτοί τους έκαψαν τα σπίτια, αυτοί βίαζαν τις θυγατέρες τους, αυτοί τους σκότωναν. Εάν εχθρός σου είναι ο δικός σου άνθρωπος, σε ποιον άλλο να ελπίσεις;

Στο Θεό. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, όταν μάλιστα την θρέφει η πίστη. Έχει και άλλα παιδιά ο Θεός, σε αυτά θα απευθυνθούν. Ας είναι ξένοι, αυτοί θα τους δεχθούν και θα τους περιθάλψουν.

Και ταξίδεψε η άμαξα. Πέρασε μέσα από τόπους σκαμμένους από βόμβες, μέσα από φωτιές θανάτου. Διέσχισε την έρημο και είδαν όλοι τά αποτρόπαια πρόσωπα της πείνας και της δίψας. Έπειτα φορτώθηκαν σε πλοία, που πολλά από αυτά ναυάγησαν!
Έφθασαν επιτέλους στην πολυπόθητη ξηρά, στην Ήπειρο την πολιτισμένη, εκεί που βασιλεύει η δημοκρατία, εκεί που κατοικούν οι χριστιανοί.
Φωτιά στα πόδια των αλόγων, η άμαξα τώρα έχει φτερά. Βλέπουν ανθρώπους να τους χαμογελούν, εγκάρδια να τους μιλούν και δώρα να τους φέρνουν. Αλλά αυτοί είναι τόσο λίγοι και οι ταξιδιώτες απελπιστικά πολλοί! Κουράγιο, θα φθάσουν στον προορισμό και θα τελειώσουν όλα.

Κ α ι   ξ ά φ ν ο υ  η  λ  ά σ π η .
Μες στον βαθύ τον ύπνο, κάτω απ’ τις σκηνές, βροντές τους ξύπνησαν και μια βροχή -καταρράχτης έκανε την ξηρά ποτάμι. Ξύπνησαν και είχε ξημερώσει. Ο ουρανός να βρέχει από ψηλά, η γη ν’ αρνείται να στεγνώσει και σύρματα, σύρματα παντοῦ ολόγυρά τους, ψηλά κι αγκαθωτά. Κανένας φίλος δίπλα τους. Μόνο σκυλιά γαυγίζαν πίσω από τους σιδερένιους φράχτες κι ανάμεσά τους άγρια πρόσωπα φρουρών.

Η λάσπη. Χειρότερη κι απ’ τη φωτιά, ακόμη και από τις βόμβες.
Η λάσπη. Το τέλμα. Η εικόνα της απελπισίας, της πλήρους ανικανότητας.
Η λάσπη. Το φτιασίδι του προσώπου των υπευθύνων.
Η λάσπη. Ο βουβός κήρυκας της υποκρισίας.
Η λάσπη. Τά πεσμένα ρούχα που αποκαλύπτουν τη γύμνια των αποκαλουμένων πολιτισμένων και πιστών.

Αυτή τη λάσπη τη μάχονται οι αδελφοί μας μετανάστες.
Την πλάθουν με τα γυμνά τους πόδια και θα την νικήσουν.
Προς κόλαφον ημών των αναξίων!!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s