Ἡ μορφή τοῦ Ἰούδα (Ζ’)

Ὁ   Ἰ ο ύ δ α ς   σ τ ί ς   Π α ρ α δ ό σ ε ι ς

Στήν Κατράνιτσα τῆς Μακεδονίας, ὡς μία ὥρα ἀπό τό χωριό, εἶναι μία βρύση πού τή ὀνομάζουν  ν ε ρ ό  τ ο ῦ   Γ ι ο ύ δ α. Τό νερό τῆς βρύσης αὐτῆς εἶναι ὑπόπικρο καί ὑφάλμυρο, ἐπίσης δέ τά λιθάρια ἐκεῖ γύρω εἶναι μαυρισμένα. Γιά τό παράξενο αὐτό νερό οἱ χωρικοί διηγοῦνται τόν ἑξῆς μῦθο.
«Ὅταν σταυρώθηκε ὁ Χριστός, ὁ Ἰούδας μετανόησε καί πῆγε νά κρεμαστεῖ. Μά ὁ θάνατος δέν ἤθελε νά τόν πλησιάσει. Ὁ Χάρος δέν ἤθελε νά τόν πάρει τέτοιος πού ἦταν κι ὕστερα ἀπ’ τό κακό πού ἔκανε. Τόν κυνηγοῦσε παντοῦ τό ἀνάθεμα καί ἡ κατάρα καί πουθενά δέν μποροῦσε νά σταθεῖ …
… Διψοῦσε, καίονταν ὁ λαιμός του, ἐστέγνωνε τό στόμα του, λαχτάριζε γιά νερό, ἀλλά καμμιά βρύση καί καμμιά πηγή δέν τοῦ ἔδινε οὔτε σταλαγματιά. Ὅπου ἔσκυβε νά πιεῖ, τό νερό χανόταν στή γῆ σάν ζωντανό κι ὁ τόπος ξεραίνονταν. Ἄν ζύγωνε σέ καμμιά λίμνη, ἡ λίμνη ἔβραζε, γινόταν ἀχνός καί ἐξατμίζονταν. Ἄν ἔσκυβε σέ ποτάμια γιά νά πιεῖ, τό νερό γύριζε πρός τά πίσω σάν κοπάδι ἀπό γίδια πού τά κυνηγοῦν.
Γονάτισε τότε ὀ Ἰούδας καί παρακάλεσε τήν Παναγία νά τόν λυπηθεῖ καί νά τόν ἀφήσει νά πιεῖ νερό σέ καμμιά βρύση ἤ σέ βουνοῦ πηγή. Καί ἡ Παναγία τόν εὐσπλαγχνίσθηκε. Ἄκουσε τότε μιά φωνή νά τοῦ λέει νά σταθεῖ στήν πρώτη βρύση πού θ’ ἀπαντήσει κ’ ἐκεῖ νά σκύψει καί νά πιεῖ. Ἡ βρύση αὐτή ἦταν ἡ βρύση πού εἶναι μία ὥρα ἔξω ἀπό τήν Κατράνιτσα.
Μόλις ὅμως ὁ Ἰούδας πλησίασε κι’ ἔσκυψε νά πιεῖ νερό καί μόλις ἡ βρύση αἰσθάνθηκε νά τήν ἀγγίζουν τά χείλη τοῦ προδότη τοῦ Χριστοῦ, φαρμακώθηκε ὠς τά ἔγκατά της! Καί δρόσισε τόν Ἰσκαριώτη, ἀλλά ἀπό τότε τό νερό της ἔγινε πικρό κι’ ἁλμυρό, σάν τά δάκρυα, καί οὔτε ἄνθρωπος οὔτε ζῶο οὔτε πουλί πετούμενο πίνει πιά νερό ἀπό αὐτήν.
Μία φορά τό  χρόνο γλυκαίνουν τά νερά της, τή νύχτα πού γίνεται ἡ Ἀνάσταση. Αὐτό τό ξέρει ὁ Ἰούδας, πού γυρίζει σάν ἄδικη κατάρα στόν κόσμο, καί παραφυλάει τή νύχτα τῆς Λαμπρῆς κοντά στή βρύση, κι ὅταν χτυπήσουν οἱ καμπάνες γιά τήν ἀνάσταση, σκύβει καί πίνει καί σβύνει τή δίψα του, δίψα ὁλόκληρης χρονιᾶς!
Λένε ἀκόμα, πώς ὅποιος πιεῖ ἀπό τό νερό αὐτό τήν ὤρα πού γλυκαίνει, θά ζήσει ἄλλα 33 χρόνια ἀπό ὅσα τοῦ ἔχει γραφτά ἡ μοῖρα του νά ζήσει. Μά κανένας δέν τολμάει νά πάει μεσάνυχτα στή βρύση, γιατί ξέρει ὅτι ἐκεῖ παραφυλάει ὁ Ἰούδας διψασμένος καί τρομερός …».

(«Ἴωνάς – Ἰωάννης – Ἰούδας»   ἐκδ. Γρηγόρη  Ἀθήνα 2014  σελ. 208-209)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s