Πῶς ἐξαπατᾶται ὁ λαός

Θυμήσου
Δέν γίνεσαι δοῦλος ὅταν σέ ὑποτάσσει μόνον αὐτός πού ἔχει τήν ἐξουσία
ἀλλά καί ἐκεῖνος πού τήν πολεμάει

(Ὀδυσσέας Ἐλύτης)

Advertisements

Ὁ λαός ξεζουμίζεται καί οἱ «ἡμέτεροι» ποτέ δέν θίγονται

«Εἶχα κι’ ἕνα μῆνα ὁποῦ ἄρχισα νά παίρνω μιστόν τοῦ βαθμοῦ μου, καθώς καί οἱ ἄλλοι. Ἔπαιρνα τρακόσες ἑξῆντα δραχμές. Εἶδα αὐτό, καί πέθαιναν οἱ ἄνθρωποι εἰς τά παλιοκλήσια, ὁπλαργηγοί κι’ ἄλλοι, κι’ ἀπό τήν πεῖνα κι’ ἀπό τό κρύον, τότε στοχάστηκα: Οἱ ἀγωνισταί νά πεθαίνουν τῆς πείνας κι’ ἐμεῖς νά πλερωνώμαστε ὀλίγοι ἄνθρωποι; Ἐμεῖς οἱ ὀλίγοι φέραμεν τήν λευτεριά; Νά κόψωμεν κι’ ἐμεῖς τόν μιστόν μας, εἴτε νά πάρουν καί οἱ ἀδελφοί μας οἱ συναγωνισταί! Εἰ δέ ξίκι νά γένη καί σ’ ἐμᾶς!  Τότε φκιάνω μιάν ἀναφορά καί λέγω: «Ἐπειδήτις ὅσοι ἀγωνίστηκαν πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα καί τήν ταλαιπωρίαν, καθώς καί χῆρες τῶν σκοτωμένων καί τά παιδιά τους, τόν μισθόν ὅπου μοῦ δίνετε διατάξετε νά μοῦ κοπῆ ὅλος καί νά τόν δίνετε εἰς τούς ἀγωνιστάς καί χῆρες κι’ ὀρφανά τῶν σκοτωμένων …».

(Στρατηγός Μακρυγιάννης  1797-1867.  «Ἀπομνημονεύματα»)

Τό νόημα τῆς ζωῆς

– Δέν σταματᾶς νά παίζεις ἐπειδή γέρασες
Γέρασες, ἐπειδή σταμάτησες νά παίζεις.

– Δέν ἔπαψες νά ἐρωτεύεσαι ἐπειδή γέρασες
Γέρασες ἐπειδή παραιτήθηκες ἀπό τό πάθος τοῦ ἔρωτα, τοῦ ἀνθρώπινου καί τοῦ θεϊκοῦ, πού ἴδιος εἶναι

– Δέν εἶσαι ἀνίκανος νά χορέψεις ἐπειδή γέρασες
Γέρασες, ἐπειδή βγῆκες ἀπό τό χορό, ἔβγαλες ἀπό τή ζωή σου τό ρυθμό, τή μουσική, τό πάθος, τό ὄνειρο.

– Δέν φταῖνε τά γηρατειά πού τά βλέπεις ὅλα μαῦρα
Εἶναι ἐπειδή ἔβγαλες τό χρῶμα ἀπό τή ζωή σου, ἔπαψες νά ὀσφραίνεσαι τό ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, στ’ αὐτιά σου φθάνουν μόνο οἱ βροντές τοῦ χειμώνα, δέν ἀνοίγεις πιά τό παράθυρο ν’ ἀφουγκρασθεῖς τά κελαϊδήματα τῶν πουλιῶν.

– Δέν φταῖνε τά γηρατειά πού μελαγχόλησες, πού ἔχασες τή δύναμή σου
Εἶναι πού ἔσβησες τήν ἱερή φωτιά ἀπ’ τήν ἐστία τῆς ψυχῆς σου

Ἡ … «πρόοδος» μέ ἀνθρώπινο προσωπεῖο

– Κατάφερε νά φέρει κοντά μας τά ἄστρα ἀλλά:
ἔδιωξε μακριά τόν συνάνθρωπό μας.

– Μᾶς ἔκανε τήν νύχτα μέρα μέ τό τεχνητό φῶς ἀλλά:
μᾶς ἐξαφάνισε τόν ἔναστρο οὐρανό.

– Μᾶς ὁδήγησε σέ χῶρες ξένες, σέ νησιά ἐξωτικά, στή ζούγκλα καί στόν μακρινό Ἀμαζόνιο ἀλλά:
Πόσο μεγάλωσε τήν ἀπόσταση τοῦ ἀπέναντι σπιτιοῦ καί τοῦ διπλανοῦ διαμερίσματος!

– Μᾶς χάρισε ταχύτατα καί ἄνετα μέσα κυκλοφορίας, λεωφόρους σάν ἀεροδρόμια ἀλλά: Μᾶς ἐπέβαλε γιά συνοδό τήν ἀδρεναλίνη, τό ἄγχος, τό ἀνικανοποίητο.

– Μᾶς γνώρισε νέους, ἄγνωστους μέχρι τώρα θορύβους (κλιματιστικῶν, ἠλεκτρικῶν ξυπνητηριῶν, κινητῶν τηλεφώνων, κλπ) ἀλλά:
Μᾶς ἔκανε νά ξεχάσουμε τό θρόϊσμα τῶν φύλλων, τό κελάρυσμα τοῦ ρυακιοῦ, τήν πνοή τῆς πρωινῆς αὔρας, τή νυχτερινή συμφωνία τῶν τριζονιῶν.

– Πέρασε μέσα ἀπό τούς τοίχους τῶν σπιτιῶν μας τίς ξένες φωνές ἀλλά:
Ἔκοψε τή δική μας λαλιά στήν οἰκογενειακή σύναξη καί τή φιλική συντροφιά.

– Μᾶς ὀχύρωσε μέ κλειδαριές ἀσφαλείας, μέ συναγερμούς, μέ φῶτα κινδύνου ἀλλά:
Ἄφησε  νά μπαίνουν ἐλεύθερα στό δωμάτιο τῶν ἀνηλίκων παιδιῶν μας ὁ παιδεραστής, ὁ ἐνήλικος διαφθορέας καί ὁ νεαρός ἀνώριμος ἀλήτης ἤ ἀναρχικός.

– Μᾶς χάρισε ἀκόμη καί παιδιά! (στά στεῖρα ζευγάρια) ἀλλά:
Μᾶς ἐπέβαλε νά τά μεγαλώνουν ξένες κοπέλλες στούς παιδικούς σταθμούς, νά παίζουν τό ρόλο τῆς μάνας καί τοῦ πατέρα ἡ γιαγιά καί ὁ παπποῦς ὅταν οἱ γονεῖς εἶναι πολυάσχολοι, ἤ νά τά μεγαλώνουν χωριστά  ὅταν αὐτοί μέ τήν παραμικρή αἰτία καταλήγουν στό διαζύγιο.

Μέ τήν γέννηση τῶν νέων μέσων ἐπικοινωνίας πέθαναν οἱ διαπροσωπικές σχέσεις

– Πρῶτα:
Πήγαινες στήν καφετέρια καί εἶχες μόνο τό φιλικό πρόσωπο μπροστά σου καί καμμιά 15αριά ἄλλους γύρω σου.
Τώρα:
Βρίσκεται ἡ τηλεόραση τῆς καφετέριας μπροστά σου καί ἐάν ἀγνοήσεις τούς πάντες, ἔχεις ὅλο τόν κόσμο γύρω σου.

– Πρῶτα:
Ἔπαιζες ἔξω στό δρόμο καί στίς πλατεῖες μέ τούς φίλους σου ἀλλά γύριζες στό σπίτι κατάκοπος καί διψασμένος.
Τώρα:
Καμμία κόπωση. Παίζεις ὅποιο παιχνίδι θέλεις μέ τό κινητό σου καθισμένος στήν πολυθρόνα. Καί ἐάν διψᾶς, δίπλα σου βρίσκεται τό ψυγεῖο μέ τήν κόκα-κόλα!

– Πρῶτα:
Ἔβγαινες βόλτα μέ τούς φίλους σου στό δρόμο καί ἔκανες καί τήν πλάκα σου.
Τώρα:
Μπορεῖς νά δεῖς στό Skype ὅποιον ἐπιθυμήσεις. Οὔτε νά ντυθεῖς χρειάζεται οὔτε νά βγεῖς ἔξω καί νά περπατήσεις. Βέβαια, δέν τό διασκεδάζεις ὅπως παλιά. Σιγά καημένε! Πατᾶς στό Google τη λέξη «ἀνέκδοτα» καί γελᾶς ὅσο θέλεις!

– Πρῶτα:
Πήγαινες στό σπίτι σου μέ τό λεωφορεῖο ἤ το τραῖνο καί ἀντάλλασσες καί μιά κουβέντα μέ τό διπλανό σου, ἐάν τύχαινε νά εἶναι γνωστός.
Τώρα:
Μπορεῖς νά τόν ἀποφύγεις μέ πολιτισμένο τρόπο. Βάζεις τά καλώδια τοῦ κινητοῦ σου στ’ αὐτιά καί ἀκοῦς ὅποια μουσική θέλεις. Ἐάν ἐπιθυμεῖς παρέα, ἐπιλέγεις ἀποσπάσματα ἀπό παλιές ἑλληνικές κωμωδίες. Στίς μέρες μας ἐσύ διαλέγεις τούς διπλανούς σου καί ὄχι τό κάθισμα!

– Πρῶτα:
Ἔβγαινες μέ τήν κοπέλλα πού ἀγαποῦσες καί πήγαινες νά πιεῖς ἕνα καφέ. Τί πρόβλημα κι’ αὐτό! Σέ ἔτρωγε ἡ ἀγωνία τί νά τῆς πεῖς ἀλλά καί ἡ ἀπελπισία πότε θά σταματήσει νά σοῦ μιλάει. Ἄσε πού ἔπρεπε νά τῆς πεῖς καί γλυκόλογα!
Τώρα:
Πᾶνε πιά αὐτά. Ἔχετε καί οἱ δυό τά κινητά σας καί περνάει ἡ ὥρα. Βέβαια ἀναγκάζεσθε καί πότε πότε νά διακόπτετε. Πῶς λ.χ. θά δώσετε παραγγελά στό γκαρσόνι, μέ ἀναπάντητη;

– Πρῶτα:
Οἱ ὀνομαστικές ἑορτές. Ἄλλος βραχνάς καί αυτός! Πόσους ἑορτάζοντες ἔπρεπε νά πάρεις καί σέ ὅλους τά ἴδια καί τά ἴδια.
Τώρα:
Μήνυμα καί πάλι μήνυμα.

Δέν ξέρω, ἄν λάβατε τό μ ή ν υ μ α!!

Σοφά λόγια – καταστάλαγμα αἰώνων

– Δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἄδικο ἀπό τήν ἴση μεταχείρηση τῶν ἀνίσων

– Ἀφοῦ εἶσαι θνητός, γιατί κρατᾶς τήν ὀργή σάν ἀθἀνατος;

– Περισσότερο ἀγαποῦν οἱ εὐεργέτες αὐτούς πού εὐεργέτησαν παρά οἱ εὐεργετηθέντες τούς εὐεργέτες τους.

– Ὁ ἐγωιστής χαίρεται πού ἔμαθε πολλά, ἐνῶ ὁ σοφός λυπᾶται ἔμαθε λίγα

– Ἄνθρωπος ἀκοινώνητος ἤ θεός εἶναι ἤ ἀγρίμι

(διαλογή – διασκευή ἀπό περ. «Classic Century» τευχ. 11  σελ. 87)