Ἄν ἤμην βασιλεύς

Πολλοί ὡς τώρα ἔγραψαν ὅτι ἄν εἶχαν θρόνο
θά ἔκαναν στρατεύματα καί στόλους φοβερούς,
πώς γιά τό ἔθνος πάντοτε θά φρόντιζαν μέ πόνο
καί τούς ἀρχαίους θἄφερναν τῆς δόξης μας καιρούς.
Δέν ξέρουν τί τούς γίνεται καί λόγια μόνο χάνουν,
γιά βασιλιάδες τῶν Ρωμιῶν οἱ κύριοι δέν κάνουν.

Ἐγώ δέ θέλω βασιλιάς νά εἶμαι ὅπως ἄλλοι,
θέλω νά εἶμαι τύραννος, ἀπόλυτος σατράπης …

Σέ κάθε δρόμο θάστηνα καί ἀπό μιά κρεμάλα,
κι ἀφοῦ κρεμοῦσα ὅλη μας τή χωροφυλακή,
τούς Κυβερνήτας θἄστελλα σέ γάϊδαρο καβάλα
σάν σκύλοι νά ψωφήσουνε στόν Κάνθαρο ἐκεῖ.
Ἀρχή καμμιά δέν θἄμενε στό ἔθνος οὔτε κόμμα,
καί ἴσως τότε θἀλειπε ἡ μοῦχλα καί ἡ βρὼμα …

Εἰς ὅλους τότε θἄλεγα: μακράν ἡ ἐπαιτεία,
ἀφήσετε τά γράμματα, τό Σύνταγμα τούς νόμους,
ἄς λείψει κι ἡ πολιτική καί ἡ διπλωματία,
καί μέρα νύκτα σκάβετε ἀγρούς, χωράφια, δρόμους,
Ἔξω γιατροί, καθηγηταί, γραφιάδες, δικηγόροι,
ὅλοι σκαφτιάδες, κηπουροί, ποιμένες τορναδόροι.

Ποιός εἶσαι σύ ὁ κύριος; – σπουδαῖος βουλευτής –
δύο κοφίνια κοπριά φορτῶστε του στούς ὤμους.
ἐσύ ποιός εἶσαι; – Δήμαρχος -σύ τ’ εἶσαι; ποιητής –
πετάξατέ τους γρήγορα στούς νέους ὑπονόμους …

Τῶν κουβαρντάδων θἄσπαζα ἀλύπητα τή μούρη,
θά κούραζα τά χέρια μου ἀπό δαρμούς καί κτύπους,
καί τῆς βουλῆς θά ἔκανα τό μέγαρο ἀχούρι
διά τούς ἐπιβήτορας τῆς Ἀραβίας ἵππους …

(Γεώργ. Σουρῆς  ἐκδ. Βιβλιοθήκη γιά ὅλους  τόμ 1ος  Ἀθῆναι  σελ. 30-32).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s