ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Η Φύση

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Η Φύση
Λουσμένοι στο φως μιας γαλήνιας αυγής και απολαμβάνοντας τα χάδια της πρωινής δροσιάς στο πρόσωπό μας τρέχουμε με τα τέσσερα λάστιχα του αυτοκίνητου της Ορθόδοξης Ιεραποστολής και χωνόμαστε όλο και πιο βαθιά στη φύση. Αφήνουμε πίσω μας σπίτια, πλατείες, υπαίθριες αγορές, αυτοκίνητα, διασταυρώσεις και τώρα κινούμαστε ανάμεσα σε ζαχαροκάλαμα και μπανανιές, που έχουν πού και πού για επιστάτες από πάνω τους τα τεράστια μάνγκος γεμάτα ανώριμους ακόμα καρπούς. Καλά, αυτούς τους καρπούς που βρίσκονται στα πιο ψηλά κλαδιά, δέκα και είκοσι μέτρα ψηλά, πώς τους μαζεύετε; Τους ρίχνουμε με τις πέτρες! Δεν σου είπα να μη ρωτάς τέτοια πράγματα, αυτές τις τεχνικές δεν μπορούμε να τις εφαρμόσουμε ακόμα στην Ελλάδα.
Κοιτάζω μόνο και δεν ξαναμιλώ, απλώς αφήνω τον εαυτό μου να κολυμπά μέσα στη θάλασσα του πράσινου που κυματίζεται ανάλογα με τα κέφια του αέρα, πανάρχαιου άρχοντα εδώ της περιοχής. Πράσινο λοιπόν παντού απλό, χωρίς πολλά άνθη και ποικιλίες αλλά καρποφόρο, έτσι το θέλει ο αιωνίως πεινασμένος εδώ λαός. Ένας παράδεισος η γύρω φύση, το αγαπημένο χρώμα του ισλάμ είναι το πράσινο, γιατί τους θυμίζει τον κήπο της Εδέμ αλλά εδώ δεν πρόκειται για μία ισλαμική χώρα παρά για μία καθαρώς χριστιανική. Από τα είκοσι εκατομμύρια περίπου των κατοίκων της τα εννέα εκατομμύρια είναι Καθολικοί χριστιανοί και τα οκτώ Προτεστάντες. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί δεν θα είμαστε περίπου τριακόσιες χιλιάδες; Εάν σας ικανοποιεί αυτό, κάντε πως δεν το ακούσατε. Οι υπόλοιποι να μη σπεύσουν να δικαιολογηθούν, ότι δήθεν οι ετερόδοξοι διαθέτουν τεράστια χρηματικά ποσά και τα τοιαύτα. Η πίστη όρη μεθιστάνει, εμείς δεν χρειάστηκε να μετακινήσουμε κανένα όρος, απλώς ένα ευρώ από την τσέπη μας στο δίσκο της αγάπης και αυτό δεν έγινε.
Ξεχάστηκα, ο συνάδελφος δίπλα μου κοιτάζει έξω, εγώ με ποιον συζητώ; Με κανένα, επειδή ακριβώς απευθύνομαι σε όλους και πρώτα στον εαυτό μου. Τόση ώρα μέσα στην ζούγκλα και δεν έχω δει χωριά. Μα!, δεν μας είπαν βρε Κώστα ότι δεν υπάρχουν χωριά οργανωμένα παρά μεμονωμένα σπίτια; Δεν μας τόνισαν ότι τον ασθενή που θα εξετάσουμε και θα του χορηγήσουμε ένα φάρμακο ίσως να μη τον ξαναδούμε ποτέ; Θα πάρει αυτό που θα του δώσουμε και θα χαθεί μέσα στο πράσινο, εκεί που κατοικεί, εκεί που γεννήθηκε; Όταν τα έλεγε αυτά ο παπα Βασίλης τα νομίζαμε υπερβολή. Ίσως την τελευταία μου σκέψη την είπα φωναχτά, άλλως δεν θα μου απαντούσε ο Λεωνίδας.
Μια συστάδα από σπίτια, όπως λέμε μια συστάδα από κρινάκια αλλά με πολλά ζουζούνια. Πλήθος από παιδιά βγαίνουν τρέχοντας από κάθε σπίτι, ξεφυτρώνουν μέσα από τις γλυκές καλαμιές, παρουσιάζονται από το πουθενά, λες και τα γεννάει η γη. Είναι η αντίδραση προς τον θάνατο, είναι το μεγαλύτερο όπλο εναντίον του. Αυτός τα παίρνει και ο άνθρωπος παράγει, η δε παραγωγή είναι πάντα μεγαλύτερη από την κατανάλωση, έτσι παίζεται εδώ το παιχνίδι. Ο θάνατος σ’ αυτά τα μέρη είναι πολύ αυστηρός, με το παραμικρό βρίσκει αφορμή και παίρνει μαζί του για πάντα τα μικρά παιδιά αλλά και τα πιο μεγάλα. Δεν σέβεται ούτε το παιχνίδι τους, κάθε μέρα τους το χαλάει. Εκεί που παίζουν τραβάει κάποιο και το στέλνει μέσα στο σπίτι με υψηλό πυρετό, το διατάζει δε να περιμένει μέχρις ότου έλθει να το πάρει. Και η μαμά τι κάνει; δεν αντιδρά; Οι φίλοι του απέξω, τα αδέλφια, ο πατέρας που είναι και ο πιο δυνατός; Κανένας δεν είναι τόσο δυνατός όσο ο θάνατος, αυτό το ξέρουν όλοι και κάθονται ακίνητοι μπροστά του χωρίς να προσπαθούν να σώσουν αυτόν που έχει επιλέξει αλλά τους υπόλοιπους. Ένας μόνο μπορεί να τα βάλει μαζί του, έτσι έχουν ακούσει, και αυτός είναι ο γιατρός. Ο ιερέας της ενορίας τούς ενημέρωσε προχθές, ότι τα αδέλφια τους από την Ελλάδα θα στείλουν δύο από αυτούς, θα έλθουν με το αυτοκίνητο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής συνοδευόμενοι από δύο Έλληνες ιερείς ιεραποστόλους. Η χαρά τους είναι απέραντη, η ευγνωμοσύνη που θα πρέπει να δείξουν μεγάλη αλλά κάθισε πρώτα να τους γνωρίσουν, αυτοί είναι πιο πολιτισμένοι, έχουν άλλους τρόπους, δεν φοράνε τόσο φτηνά ρούχα, θα είναι οπωσδήποτε πιο απρόσιτοι, δεν θα είναι σαν τους ιερείς τους.
Βλέπουμε τους μικρούς να έχουν φθάσει ήδη κοντά μας, μία νταλίκα έχει εξοκείλει και έχει γίνει αιτία να σταματήσουμε. Οι μεγάλοι πιο επιφυλακτικοί κάθονται από μακριά και μας κοιτάζουν, έχουν αφήσει τις δουλειές τους και απολαμβάνουν το θέαμα αλλά φαίνονται λίγο μπερδεμένοι. Ποιοι γιατροί καλέ και Έλληνες ιερείς; Αυτοί είναι όλοι τους απλά ντυμένοι, παίζουν με τα παιδιά σαν να είναι δικά τους, τα χαϊδεύουν και τους μοιράζουν καραμέλες, τα φωτογραφίζουν για να τα θυμούνται. Μάλιστα ο νεώτερος από τους Έλληνες κληρικούς παίζει μαζί τους σαν να είναι συνομήλικός τους. Μήπως ακολουθεί άλλο αυτοκίνητο με τους πραγματικούς; Όχι , το διαπιστώνουν σε λίγο που τους εξετάζουμε, δεν βιαζόμαστε, παίρνουμε κοντά μας τα φοβισμένα παιδιά και τα καλοπιάνουμε με καραμέλες, από τους μεγάλους προσπαθούμε μέσα από τις ιατρικές οδηγίες να αποσπάσουμε ένα χαμόγελο, μία επί πλέον ερώτηση, κάποια απορία. Είμαστε όλοι μια ομάδα που λειτουργεί άψογα, όλοι τώρα μετουσιώνουμε την ιατρική πράξη σε ιερουργία, η προσφορά του γιατρού εδώ καλύπτεται από την συμπαράσταση του ντόπιου ιερέα ή δάσκαλου και την πλήρη κάλυψη, σωματική και πνευματική των Ελλήνων ιερέων.
Κάποτε έρχεται και η ώρα που τελειώνουμε, όσο κοπιαστική και αν ήταν η εργασία που κάναμε. Έξω πάλι στη φύση, σε αυτήν που εδώ τα παρέχει όλα, από το πεζούλι που θα καθίσουμε για να ξεκουραστούμε μέχρι τα άπλετα φυσικά αποχωρητήρια που λειτουργούν χωρίς πόρτες, καζανάκια και αποχέτευση. Μία γυναίκα πλένει τα ρούχα της οικογένειας μέσα σε μία λεκάνη, η οποία είναι τοποθετημένη χάμω στη γη και την εξαναγκάζει να σκύβει μέχρι κάτω, μέχρι που τα δάχτυλα των χεριών της να ακουμπούν αυτά των ποδιών. Δεν είδαμε καμία μέχρι τώρα να έχει χρησιμοποιήσει μία πέτρα ή ένα χονδρό ξύλο από κάτω για να μικρύνει την απόσταση και να μη σκύβει τόσο πολύ. Όταν το θέσαμε αυτό στους ντόπιους σαν ερώτημα, μας απάντησαν: Μα!, κανένας μέχρι τώρα δεν τους το έχει πει!
Μία άλλη παρασκευάζει έξω το φαγητό, χρησιμοποιεί όσο χώρο θέλει και δεν περιορίζεται σε ένα απλό τραπέζι, αν και αυτό δεν υπάρχει αλλά τι να το κάνει; Σε κανένα δεν λείπει, και η μητέρα της αλλά και η γιαγιά της σε αυτόν τον τόπο μαγείρευαν και ήταν τόσο ωραίος, ώστε ποτέ δεν τις είχε ακούσει να επιθυμήσουν κάτι άλλο. Θεέ μου, έχουν ακούσει κάτι περίεργα πράγματα, ότι στην Ευρώπη το μαγείρεμα γίνεται μέσα σε ένα κλειστό χώρο με ψεύτικο φωτισμό, χωρίς φυσική φωτιά, χωρίς να μπορείς να καθίσεις άνετα κάτω στο χώμα, χωρίς να μπορείς να χαιρετίσεις τον άλλο που περνά πιο πέρα, χωρίς να ακούς δίπλα σου τα παιδιά να παίζουν. Πού θα χωρούσε μέσα σε ένα δωμάτιο αυτό το κλαδί από το φοίνικα, δύο τουλάχιστον μέτρα μακρύ; Πού θα πετούσε κανείς τα τόσα σκουπίδια που περισσεύουν, επάνω στα έπιπλα ή στις γωνιές των τοίχων; Και ο καπνός; τώρα μυρίζει καμένο ξύλο όλη η περιοχή, τώρα γνωρίζουν όλοι όσοι ζουν εδώ κοντά, τι μαγειρεύει ο ένας και τι ο άλλος. Μία καταταλαιπωρημένη κατσαρόλα που θα πρέπει να έχει θρέψει τουλάχιστον δύο γενεές ανθρώπων, είναι τοποθετημένη επάνω στη φωτιά και μέσα έχουν καταφέρει να χωρέσουν ολόκληρο το κλαδί του φοίνικα και από πάνω του κομμάτια από μπανάνες που θα βράσουν στον ατμό.
Επιστροφή στο αυτοκίνητο, το οποίο μας περιμένει σε μία σχετική απόσταση. Μπροστά μας, παραλίγο να πέσουμε επάνω του, ένα τσουβάλι με αποξηραμένα ψαράκια στο μέγεθος της πιο μικρής μαρίδας, διανθισμένα με ένα πλήθος από μύγες που όπως κάθονται πάνω τους φαίνονται σαν σταφίδες. Μας προτρέπουν να δοκιμάσουμε απ’ αυτά αλλά παραδόξως αισθανόμαστε όλοι χορτάτοι! Ο δρόμος τώρα για το αυτοκίνητο μπροστά μας ανοιχτός, λασπώδης και στενός, αφού οι πρασινάδες δεξιά και αριστερά έχουν καλύψει τα πάντα. Διασταυρωνόμαστε με ντόπιους χωρικούς που περπατούν όλοι ξυπόλυτοι μέσα στην κόκκινη λάσπη λες και πατούν σε ακριβό χαλί. Ζώα για μεταφορικό μέσο δεν είναι κάτι το συνηθισμένο εδώ ούτε και κάρα. Οι μεγάλοι άνθρωποι προχωρούν πεζοί και οι μικροί πάνω στους ώμους τους. Εδώ δεν υπάρχουν ανηφόρες, η χώρα είναι όλη πεδινή, σχεδόν το 90% του εδάφους της. Είπαμε, εδώ ζεις την καταλυτική φτώχεια αλλά απολαμβάνεις ένα αιώνιο καλοκαίρι και μία οριζόντια, καταπράσινη γη.
Εάν δεν υπήρχαν αυτές οι άριστες καιρικές συνθήκες, οι θάνατοι θα ήταν κατά πολύ περισσότεροι. Πως θα μπορούσε να προφυλαχθεί κάποιος ζώντας σε σπίτια χωρίς κουφώματα, με ανοιχτές τις πόρτες, με στέγες που δεν εφάπτονται στους κάθετους τοίχους της οικοδομής, με την υγρασία να έχει διαποτίσει τους πλίνθους, αφού κανένα σπίτι δεν είναι σοβαντισμένο; Και με ρωτούσαν μερικοί τι χρώμα έχουν εδώ τα σπίτια! Χωματί, δεν τόλμησαν να πάνε σε χρωματοπωλείο για να βρουν αυτήν την απόχρωση. Μέσα τα σπίτια στάζουν νερό από την υγρασία και έξω ο ουρανός στέλνει από πάνω καταρράκτες, και οι πάμφτωχοι αδελφοί δέχονται όλα αυτά χωρίς βέβαια αδιάβροχα, χωρίς ομπρέλες, όπως ακριβώς τα ζώα του δάσους. Ζήσαμε μία χαρακτηριστική σκηνή λίγο έξω από την μητρόπολη στην Καμπάλα, όταν ξέσπασε απότομα η καταιγίδα και το μικρό κοριτσάκι της οικογένειας, έξι έως επτά χρονών, επιφορτίστηκε να φέρει πίσω τις κατσίκες που έβοσκαν εκεί τριγύρω. Τις έσπρωξε από εδώ, τις κυνήγησε από εκεί μέχρι που τα κατάφερε και μούσκεμα, στάζοντας νερό σαν νάχε πάνω του τρεις βρύσες, γύρισε ήσυχο στο σπίτι, όπως γυρίζει ο υπάλληλος στη χώρα μας το μεσημέρι με το κουστούμι του και τη γραβάτα.
Ήδη το αμαξάκι μας έχει ξεκινήσει και όλοι τραμπαλιζόμαστε στο ρυθμό του ταξιδιού της επιστροφής. Γυναίκες και παιδιά πάλι έξω από τα σπίτια. Γέροντες δεν φαίνονται παρά ελάχιστοι, ή θα αναπαύονται μέσα ή θα έφυγαν διακριτικά για την άλλη ζωή, ο μόνος τρόπος για να γίνουν οι μερίδες του καθημερινού φαγητού στην οικογένεια μεγαλύτερες. Εδώ ο μέσος όρος ζωής είναι τα σαράντα τρία χρόνια! Πόσα από τα παιδιά που είδαμε σήμερα θα ζουν του χρόνου; πόσα μάτια φλογερά, χαρούμενα, γεμάτα ζωή θα είναι κλειστά για πάντα κάτω από τη γη; Τώρα που περνάμε πάλι δίπλα από τα σπίτια τους επιστρέφοντας, τώρα καταλαβαίνω το μέγεθος της προσφοράς της αποστολής μας εδώ, τώρα αντιλαμβάνομαι πόσο λίγα κάναμε και πόσα πολλά καλούμεθα να έλθουμε να επαναλάβουμε. Εμείς δεν θα μπορούμε βέβαια την επόμενη φορά να ξεχωρίσουμε πιο χαμόγελο που θα έχει παραμείνει ζωντανό θα οφείλεται στην σημερινή βοήθειά μας, ποια φωνούλα που θα κελαηδεί, θα οφείλει το τραγούδι της στην βοήθεια των Ελλήνων χριστιανών, που με την ταπεινή και ασήμαντη ίσως προσφορά τους, θα δημιουργούν την υλική προϋπόθεση, χάρις στην οποία θα φθάνει εδώ η ιεραποστολική ομάδα των ιερέων και γιατρών με τα φάρμακα, τα απαραίτητα όργανα, τις παντοειδείς υλικές και χρηματικές προσφορές.
Τις αποσκευές μας τις επιστρέφουμε ίδιες όπως τις φέραμε, τίποτε δεν ψωνίσαμε, δεν ήταν ο σκοπός μας αυτός. Έχουν μέσα όμως ένα πολύτιμο φορτίο, είναι κατάμεστες από φωτογραφίες και βιντεοσκοπήσεις που περιλαμβάνουν πρόσωπα μικρών παιδιών, που κανένα από αυτά δεν πιστεύει πως θα πεθάνει. Εμείς όμως σαν γιατροί το ξέρουμε, το γνωρίζουμε πολύ καλά ότι θα έλθει για αρκετά από αυτά η ώρα που δυστυχώς θα διαψευσθούν. Στα χαμόγελά τους μέσα δεν βλέπω μόνο την ελπίδα που είναι η τροφός της ζωής, αφουγκράζομαι και την μελλοντική φωνούλα τους την πονεμένη:
Διαβάς εις Ουγκάντα βοήθησον ημίν.

Επιστροφή – Ζωολογικός Κήπος
Ο δρόμος της επιστροφής δεν θα είναι ο ίδιος, θα γυρίσουμε από αλλού. Καλλίτερα, θα δούμε και άλλα μέρη και το σπουδαιότερο θα περάσουμε δίπλα από τον ζωολογικό κήπο, πού ξέρεις, ίσως προλάβουμε να δούμε κάτι. Ο Πέτρος επιμένει πως θα τα καταφέρει να μας βάλει μέσα, έστω και αργά. Ποιος είναι ο Πέτρος; Είναι το δεξί χέρι του επισκόπου Ιωνά, ο πολυτεχνίτης και παντογνώστης, αυτός που θα επιδιορθώσει οτιδήποτε χαλάσει στην επισκοπή, θα τακτοποιήσει σύντομα την τυχούσα ζημιά του αυτοκινήτου ή θα διεκπεραιώσει άνετα οποιαδήποτε δουλειά σε δημόσια υπηρεσία. Ξεχάσαμε να πούμε, ότι τον πήραμε στην επιστροφή μαζί μας με άλλα δύο άτομα, ένα νεαρό άνδρα, τριάντα πέντε έως σαράντα ετών, και μία κοπέλα συνομήλική του. Χαρακτήρες τελείως διαφορετικοί ο ένας άνδρας από τον άλλο, όσο η γη από τον ουρανό. Ο Πέτρος δεν βάζει γλώσσα μέσα του σε όλη τη διαδρομή, πού βρίσκει τόσα θέματα για συζήτηση δεν μπορώ ακόμη και τώρα να το καταλάβω. Με μία κοιλιά προτεταμένη, που λόγω του μικρού ύψους του τον καθιστά ολοστρόγγυλο, με μία φωνή στεντόρεια και ένα πρόσωπο πασίχαρο, μοιάζει περισσότερο με Έλληνα που του έχουν βάψει μαύρο το πρόσωπο παρά με Ουγκαντέζο. Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής κάθεται λοξά και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε να βλέπει και τους μπροστινούς του και τους από πίσω του … με αποτέλεσμα να μην αφήνει κανένα ήσυχο. Η ηλικία του όχι πάνω από σαράντα, η δραστηριότητά του όμως πολύ κάτω των τριάντα.
Ο άλλος ήσυχος, αμίλητος, ντροπαλός, κοιτάζει μόνο έξω από το παράθυρο ή την κοπέλα δίπλα του, με την οποία ανταλλάσσει περισσότερα χαμόγελα παρά κουβέντες και αυτή του ανταποδίδει τα μισά. Τα άλλα τα κρατάει για μετά την επισημοποίηση των σχέσεών τους. Πράγματι, από ότι μάθαμε έχουν κάποια σοβαρή σχέση και ο νεαρός είχε την πρόθεση να την πάει κάποια βολτούλα, για να βρεθούν μόνοι και να τα πουν από κοντά. Τι πιο μεγάλη ευκαιρία λοιπόν από το λεωφορειάκι της Μητρόπολης, η ίδια δουλειά με έξοδα μηδενικά. Το ότι θα είναι μαζί με άλλους επτά ή οκτώ, αυτό θεωρήθηκε και από τους δύο σαν λεπτομέρεια. Είναι παιδιά της εκκλησίας, την κοπέλα την είχα δει να συμμετέχει στην χορωδία του ναού και τον νεαρό να γυροφέρνει μέσα και έξω από τα γραφεία της μητρόπολης.
Μία μαϊμού καθισμένη επάνω σε ένα σκουπιδοτενεκέ τρώει άπληστα και κατευτυχισμένη ότι φαγώσιμο βρίσκει μέσα. Ο οδηγός βλέπει το περιστατικό και σταματάει απότομα για να το απολαύσουμε. Τώρα παρατηρούμε ότι είναι και άλλες δίπλα στο δρόμο, επάνω στα δένδρα, στις σκάλες και στην πόρτα, λες και είναι θυρωροί. Η πόρτα, όπως θα κατάλαβε κανείς, είναι του ζωολογικού κήπου. Ενθουσιασμένοι, και επειδή έχουμε και χρόνο, μπαίνουμε μέσα, για να ρίξουμε στα γρήγορα μια ματιά. Από ότι αποδείχθηκε, το πιο ενδιαφέρον ήταν οι μαϊμούδες απέξω αλλά μια και βρεθήκαμε εδώ, δεν πρέπει να αφήσουμε να πάει χαμένο τίποτε. Ένας κροκόδειλος ακίνητος στον ήλιο δημιουργεί την απορία, εάν είναι ζωντανός ή πλαστικός. Όταν τελικά εδέησε να φύγει έπαυσε και το ενδιαφέρον εκ μέρους μας και απομακρυνθήκαμε και εμείς. Η γειτόνισσά του η στρουθοκάμηλος, από τις μεγαλύτερες του είδους, όταν μας βλέπει μας πλησιάζει καμαρωτή και λυγιστή, ανοίγει το στόμα της, γέρνει μέχρι κάτω το κεφάλι της και κατόπιν θεωρώντας ότι ανταποκρίθηκε σωστά στα κοινωνικά της καθήκοντα, στρίβει και φεύγει. Λιοντάρια, πάνθηρες, λεοπαρδάλεις και λοιποί αξιωματούχοι της ζούγκλας δεν θεωρούν υποχρέωσή τους να φερθούν με φιλοφρόνηση στον πρώτο τυχόντα. Συνεχίζουν να κοιμούνται μακαρίως, για να μη χρησιμοποιήσω την λέξη εξουθενωμένα από την ζέστη της ημέρας. Μία τεράστια αράχνη κρεμασμένη στον ιστό της, η μεγαλύτερη που έχω δει μέχρι σήμερα, μας περιεργάζεται άφοβα, ολόμαυρη και απειλητική. Ένας από εμάς που αποπειράθηκε να βάλει την παλάμη του δίπλα της προς σύγκριση, για να φανεί στην φωτογραφία το μέγεθός της, όταν κατάλαβε το επικίνδυνο του τολμήματός του, το απέσυρε αμέσως.
Θα ήταν αστείο να ασχοληθούμε εδώ με καθένα από τα υπόλοιπα ζώα του Κήπου. Το πραγματικό ενδιαφέρον το μονοπωλούν οι χιμπατζήδες, καμιά δεκαπενταριά από αυτούς που βρίσκονται σε ένα λοφίσκο, που περιβάλλεται από ένα μικρό ποτάμι. Ως γνωστόν, φοβούνται πάρα πολύ το νερό και αυτό τους αποτρέπει από το να δραπετεύσουν από τον χώρο τους. Οι υπάλληλοι όμως του κήπου που τους ταΐζουν, πετούν επίτηδες τις καρύδες μέσα στο νερό, για να τους εξαναγκάσουν να μηχανευτούν τρόπους για να τις πιάσουν. Είναι κάτι το ασύλληπτο, λες και βλέπεις ανθρώπους. Με το ένα χέρι κρατιούνται από ένα φυτό της όχθης και με το άλλο ελεύθερο ή με ένα καλάμι προσπαθούν κτυπώντας τα νερά να φέρουν κοντά την τροφή τους.
Δεν έχουμε άλλο χρόνο, άλλωστε αυτό ήταν κάτι εκτός προγράμματος, προχωρούμε προς την έξοδο περνώντας δίπλα από ένα γάιδαρο. Οι ντόπιοι απορούν γιατί δεν σταματάμε να τον δούμε αλλά αυτός με γαϊδουρινή υπομονή δέχεται και αυτήν την προσβολή. Πολλές μαϊμούδες πάλι ελεύθερες στην έξοδο, αρκετές με τα μωρά κρεμασμένα από την κοιλιά τους, δέχονται ευχαρίστως τις καραμέλες που τους δίνουμε, κυρίως τις καθαρισμένες. Η απόλαυση όμως είναι, όταν προσπαθούν να βγάλουν το περιτύλιγμά τους, πράγμα που τελικά καταφέρνουν όχι με μεγάλη δυσκολία.
Ο οδηγός μας βεβαιώνει, ότι η απόσταση της επιστροφής μας στην μητρόπολη δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και θα μπορούσαμε εάν θέλαμε να απολαύσουμε λίγο την λίμνη Βικτώρια. Βαδίζοντας προς τις ακτές της διαπιστώνουμε ότι υπάρχει εκεί ένα τουριστικό περίπτερο. Ένας εξ ημών που εόρταζε την προηγούμενη ημέρα, σκέφθηκε να κεράσει την παρέα. Τι ήταν να το ακούσει ο Πέτρος; Αρνήθηκε φιλοφρόνως τονίζοντάς μας ότι θα πληρώσουμε άδικα τόσα χρήματα, αφού το κέντρο είναι τουριστικό και μάλιστα σε μία από τις καλλίτερες περιοχές της Ουγκάντα. Ο εορτάζων επιμένει και κατόπιν αυτού αναλαμβάνει ο Πέτρος να πάει μέσα στο κέντρο και να ρωτήσει πόσο θα στοιχίσουν εννιά δέκα αναψυκτικά, όσοι περίπου είμαστε εμείς. Γυρίζει απογοητευμένος και μας λέει, ότι το ποσόν θα ανέβει περίπου στα δέκα ευρώ και κάτι, γι’ αυτό καλό θα είναι να ξεχάσουμε κάτι τέτοιο, άλλωστε μας είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό. Εμείς κρατηθήκαμε σοβαροί χωρίς να δείξουμε την έκπληξή μας και παραγγέλλουμε από ένα αναψυκτικό στον καθένα. Το πίνουμε όλοι με ευχαρίστηση, ο εορτάζων δέχεται τις ευχές όλων και δίνει στον Πέτρο είκοσι ευρώ, για να πάει να πληρώσει και να του φέρει βέβαια και τα ρέστα. Ο Πέτρος πηγαίνει μέσα στην καφετέρια αλλά αργεί να γυρίσει, η ώρα περνά και ο Πέτρος έχει γίνει άφαντος. Η σκέψη, ότι κράτησε τα ρέστα και μετά το έσκασε, πέρασε από το μυαλό μερικών αλλά ήταν ντροπή να προσάψουμε κάτι τέτοιο σε ένα άτομο που δεν μας είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Τελικά αναλαμβάνει ο παπα Σπύρος, ο νεώτερος όλων, να βγάλει το φίδι από την τρύπα, να πάει μέσα και να ρωτήσει, τι έγινε με την πληρωμή των αναψυκτικών και ειδικά με τον Πέτρο. Δεν πέρασαν δύο λεπτά της ώρας και γυρίζει ο παπα Σπύρος πνιγμένος στα γέλια. Ο Πέτρος δεν εννοούσε να τους πληρώσει ένα τέτοιο μεγάλο ποσόν, εάν δεν του έκαναν έκπτωση! Τελικά το πέτυχε, πλήρωσε αντί για ένδεκα ευρώ πέντε και τρέχοντας μας φέρνει τα ρέστα. Αλλοίμονο, βρήκαμε τους ανθρώπους ξένους και θα τους εκμεταλλευτούμε!!
Ο γυρισμός μετά από αυτήν την ευχάριστη ανάπαυλα φαίνεται αρκετά σύντομος και βέβαια ευχάριστος. Πιο πολύ ακούγεται ο Πέτρος παρά η εξάτμιση του αυτοκινήτου. Για να του μειώσω την ενεργητικότητα τού δίνω μία καραμέλα. Γαβ, μου απαντά. Δεν το κατάλαβα, το θεώρησα αστείο μετά από όλα όσα είχαν προηγηθεί, αλλά μου φάνηκε αρκετά απίθανη αυτή η απάντηση και ήθελα να ξαναδοκιμάσω. Πέτρο, don’t you want it? Γαβ, και μου δείχνει δύο που είχε στην τσέπη του. Χριστέ μου, τότε κατάλαβα, έλεγε I have, I’ ve , have, γαβ. Και είχα υπόψη μου να μάθω μερικά ουγκαντέζικα!
Έδωσε ο Θεός και τελειώσαμε αισίως με το γαβ. Τώρα έχει γυρίσει πίσω ο νεαρός που συνοδεύει την κοπελιά και κάτι μας δείχνει. Απίστευτο, είχε βγάλει μία φωτογραφία με όλους μας στην καφετέρια και την εμφάνισε σε ειδικό κατάστημα που υπήρχε στην είσοδο του ζωολογικού κήπου. Ο γάμος έχει εξασφαλισθεί τώρα 100%. Ο μέλλων πεθερός δεν θα έχει το σθένος να φέρει καμία αντίρρηση. Ποιος θα μπορούσε τώρα σε όλη την Ουγκάντα να αμφισβητήσει, ότι ο άνδρας που θα πάρει την κόρη του για γυναίκα δεν τα πίνει στο κέντρο σαν ίσος προς ίσο με τους Έλληνες ιερείς και γιατρούς;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s