ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Αεροδρόμιο – Άφιξη

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Αεροδρόμιο – Άφιξη
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2011, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Η Τετάρτη μόλις έχει παραδώσει τη σκυτάλη στην ημέρα που όρισε ο Θεός να την ακολουθεί από την αρχή της Δημιουργίας. Ένα τεράστιο μεταλλικό πουλί πλανάται πάνω από τα αργυρά νερά της λίμνης Βικτώρια, ένα πουλί που έχει ήδη σταματήσει την ομαλή πορεία του και φτερουγίζει ανάμεσα στη λίμνη και το αεροδρόμιο του Έντεμπε, όπως ακριβώς κάνουν τα περιστέρια λίγο προτού καταλήξουν στη φωλιά τους, όπως κάνουν τα χελιδόνια με το απροσδιόριστο πέταγμά τους, όταν σηκώνουν τα φτερά τους φρενάροντας για να μπουν ήσυχα στη φωλιά τους ώστε να μη ξυπνήσουν τα μωρά. Μέσα από το παράθυρο του αεροπλάνου κοιτάζω τα νερά της λίμνης σαν να στεφανώνονται από την πανσέληνο, αν και δεν ξέρω σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα το φεγγάρι, ίσως εδώ στον ισημερινό η νύχτα να μην είναι τόσο σκοτεινή όσο η δική μας, τόσο σκοτεινή όσο η ιστορία αυτών των λαών που βρίσκονται ήδη κάτω από τα πόδια μας.
Οι απότομες στροφές και η βύθιση του ρύγχους του αεροπλάνου των τούρκικων αερογραμμών είναι αναγκαίες, για να ευθυγραμμισθεί με τον αεροδιάδρομο αυτό το κήτος των αιθέρων, που προσπαθεί να εναποθέσει στα χέρια της γης τους ανθρώπους που φέρει στα σπλάγχνα του, όλους ταλαιπωρημένους από το επτάωρο ταξίδι, όλους μόλις αγουροξυπνημένους από τον βαθύ ύπνο στον οποίο αναγκάσθηκαν να περιπέσουν με θολό το κεφάλι από τον ρόγχο του τέρατος που αγωνιζόταν επί ώρες να φθάσει στον προορισμό του χωρίς να του επιτραπεί να ξεκουραστεί καθ’ οδόν έστω και για λίγο. Πιστεύω να είναι η τελευταία στροφή, η τελευταία φιγούρα που του επιβάλλει ο πύργος ελέγχου για να του επιτρέψει να φιλήσει το χέρι της πολυπόθητης γης. Αλλά πού είναι η γη και πού ο ουρανός; Πότε στα δεξιά μου η λίμνη, πότε αριστερά μου, πότε πλήθος από φώτα κάτω από τα πόδια μου και πάει λέγοντας. Επί τέλους βρισκόμαστε στην τελική ευθεία, η λίμνη έχει απλώσει την ποδιά της στο άπειρο και μας περιμένει. Τεράστια, όσο η μισή Ελλάδα, η μεγαλύτερη της Αφρικής, δίνει τα χέρια για να συναδελφώσει τρεις χώρες, την Ουγκάντα, την Τανζανία και την Κένυα, και κρατάει στην αγκαλιά της 3 000 νησιά. Τέταρτη κατά σειρά μεγέθους στον κόσμο αλλά πρώτη σαν τροπική λίμνη επάνω στην γη.
Ένα ισχυρό τράνταγμα κάτω από τα πόδια μου σκορπάει τα νούμερα και τα μεγέθη και αποσυντονίζει τον νου. Τρέχουμε τώρα στον αεροδιάδρομο και φρενάρουμε ακατάπαυστα. Ήδη συγκαταλεγόμεθα στους κατοίκους της Καμπάλα, πρωτεύουσας της Ουγκάντα. Αεροδρόμιο Έντεμπε, αεροδρόμιο θρύλος. Καθώς περιμένουμε να δοθεί η εντολή να αποβιβασθούμε, βλέπω έξω το ήρεμο τοπίο, το απέριττο άδειο αεροδρόμιο, τις απλές κτηριακές εγκαταστάσεις και διερωτώμαι: Εδώ ήταν που συνέβησαν τα γεγονότα του 1976, πέρασαν ήδη τόσα χρόνια; Ανήκει πλέον στην ιστορία αυτός ο αιμοσταγής, παρανοϊκός δικτάτορας Αμίν Νταντά που είχε κάνει μεγαλύτερο κακό στη χώρα του από ότι οι άθλιοι αποικιοκράτες; Καλοκαίρι ήταν και τότε, όταν εκδηλώθηκε αεροπειρατεία στον εναέριο χώρο της Ελλάδας σε ένα airbus A300 της Air France. Η χώρα μας δεν έδωσε τότε άδεια ανεφοδιασμού του και κατάληξε στο αεροδρόμιο της Βεγγάζης της Λιβύης, που ήταν υπό τον έλεγχο μίας άλλης τερατογένεσης, που λεγόταν Καντάφι. Από εκεί κατάληξε στο αεροδρόμιο της Καμπάλα, που βρισκόμαστε τώρα, με 4 αεροπειρατές (2 Παλαιστίνιους και 2 Γερμανούς), που κρατούσαν όμηρους τους 248 επιβάτες και το 12μελές πλήρωμα. Οι Ισραηλινοί έκαναν τότε την επιχείρηση του αιώνα. Με 100 κομάντος που μετάφεραν εκεί 4 αεροπλάνα τύπου C-130 κατάφεραν να απελευθερώσουν τους ομήρους με ελάχιστες απώλειες. Τρεις κινηματογραφικές ταινίες γυρίστηκαν τότε αποθανατίζοντας το γεγονός και έκαναν θραύση. Σαν να βλέπω να κατεβαίνουν τώρα για τα γυρίσματα της ταινίας «Νίκη στο Έντεμπε» από το μοναδικό αεροπλάνο που υπάρχει παρκαρισμένο εδώ ο Άντονι Χόπκινς, ο Μπαρτ Λάγκαστερ, δίπλα του η Ελίζαμπεθ Ταίηλορ και πίσω ο Ρίτσαρντ Ντρέϊφους.
Η αναγγελία από το μεγάφωνο, ότι αρχίζει η αποβίβαση, τους έκανε όλους καπνό με αποτέλεσμα να τους χάσω από τα μάτια μου. Το αεροδρόμιο μέσα παντελώς άδειο, όλο δικό μας. Τώρα βλέπω στην άκρη μία ομάδα ιθαγενών να κάθονται όλοι στο πάτωμα και να περιμένουν στωικά τις διαδικασίες εξόδου. Θα είναι από το μοναδικό άλλο αεροπλάνο που βρίσκεται έξω. Παρά την έλλειψη κίνησης η καθυστέρηση είναι αρκετά μεγάλη, διότι οι διαδικασίες δεν είναι αυτές που συναντάμε στα Ευρωπαϊκά κράτη. Συμπλήρωση χαρτιών, έλεγχος εδώ, έλεγχος πιο κάτω, αποτυπώματα δακτύλων και παλάμης και στα δύο χέρια, ερωτήσεις για το πού θα μείνουμε, κάρτα εμβολίων, κλπ, κλπ.
«Φτου ξελευτερία για όλους», πώς μου ήλθε τώρα αυτό στο νου; Έχουμε βγει όλοι έξω και προχωράμε στο πίσω μέρος που βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης. Ερημιά πλήρης, άλλωστε είναι ήδη 2.30 μετά τα μεσάνυχτα, αλλά ο φωτισμός επαρκής. Αρκετά αυτοκίνητα παρκαρισμένα και όλα σιωπηλά εκτός από ένα, που η πετρελαιομηχανή του δουλεύει έτσι, σαν να σου ζητάει λίγα ευρώ για να τα δώσει να επισκευασθεί: You are welcome father, how are you. Oh! Father, I don’t believe what I am seeing. Καλώς ορίσατε πάτερ, πώς είσθε; Ω!, πάτερ, σας βλέπω και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Τέσσερα πρόσωπα ξεπετάχθηκαν από το πουθενά μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη που είδαν τον π. Βασίλειο και την ακολουθία του. Τέσσερα πρόσωπα μαύρα, με τις ολόμαυρες στολές των Ορθόδοξων ιερέων, μέσα στη σκοτεινή νύχτα και να σου χαμογελούν συνεχώς αφήνοντας να φανούν τα κάτασπρα δόντια τους και οι ολόλευκοι μεγάλοι λευκοί βολβοί των οφθαλμών τους. Πόσο λίγη αγάπη ζητούν αυτοί οι άνθρωποι για να σου χαρίσουν την αύρα της λευκής ψυχής τους αφήνοντάς την να περάσει άδολα μέσα από την ματωμένη σκοτεινή ιστορία τους!
Η χαρά του π. Ιωάννη γίνεται φραγμός, κάθεται μπροστά μας, συνεχώς γελάει και μας ρωτάει για το ταξίδι. Εγώ για να είμαι σίγουρος μέσα σε αυτή την ερημιά, σκύβω να πιάσω τη βαλίτσα μου αλλά με τρόμο διαπιστώνω ότι λείπει καθώς και όλες οι άλλες. Τις έχουν πάρει οι δύο ιερείς και τις κουβαλούν στο αυτοκίνητο. Τους προλαβαίνουμε και τις αποσπάμε από τα χέρια τους παρά τις αντιδράσεις τους, αν είναι δυνατόν ένας ιερέας να κουβαλάει τις αποσκευές μας! Και αυτός ο επίσκοπος! Τέσσερις είμαστε όλοι και όλοι και έστειλε τέσσερις να μας υποδεχθούν! Εάν ήμαστε δεκατέσσερις τι θα έκανε; Όλοι τώρα μέσα στο μικρό βαν, στο μικρό λεωφορειάκι των οκτώ θέσεων, (εσύ να υπολογίζεις δώδεκα με τη διευθέτηση των καθισμάτων), όλοι, οι τέσσερις εμείς και οι τρεις ιερείς μαζί με τον οδηγό, που τρέχει μέσα σε ένα δρόμο με ελάχιστη κίνηση και αρκετά καλή κατάσταση οδοστρώματος, παρά τις φανταστικές επιφυλάξεις μας. Ο π. Ιωάννης συνεχώς συζητάει με τον π. Βασίλειο, ούτε αδέλφια νάτανε που είχαν καιρό να ιδωθούν. Τι απλός άνθρωπος, όταν περάσαμε μετά από δύο ημέρες από την ενορία του και είδαμε το σπουδαίο έργο που έχει επιτελέσει, τότε καταλάβαμε το μεγαλείο του.
Τα μάτια μας ορθάνοιχτα, για να στέλνουν στον αμφιβληστροειδή όσες πιο πολλές εικόνες προλαβαίνουν και αυτές εναλλάσσονται συνεχώς, η μία τελείως αντίθετη της άλλης, δημιουργώντας σου πρόβλημα και καθιστώντας σε ανίκανο να βγάλεις άμεσα συμπεράσματα. Το ωραίο τοπίο στην περιοχή του αεροδρομίου με τα μεγάλα επιβλητικά δένδρα δεξιά και αριστερά του δρόμου και τις ανταύγειες της λίμνης στο βάθος αντικαταστάθηκε ήδη από άλλο πιο φτωχό και σκοτεινό. Επόμενο ήταν, η περιοχή του αεροδρομίου, απ’ ότι μάθαμε, είναι από τις πιο ακριβές της χώρας. Έτσι λοιπόν το οδόστρωμα μετά από λίγα χιλιόμετρα εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με τις γνωστές σε όλους μας λακκούβες, το φθαρμένο τάπητα και τα νεροφαγώματα. Κανένα οίκημα από εδώ και πέρα δεν μοιάζει με τα λιγοστά ωραία της περιοχής του αεροδρομίου. Όλα μικρά, ασοβάντιστα, βρώμικα, ερειπωμένα, μέσα σε ένα άθλιο περιβάλλον που το αποτελούν δρόμοι λασπωμένοι, γεμάτοι πέτρες και σκουπίδια. Τα μαγαζιά όλα κλειστά και όταν λέμε μαγαζιά, θα πρέπει να τα δει κανείς για να καταλάβει, ότι η λέξη που χρησιμοποιούμε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρά ταύτα συναντάς στο δρόμο καροτσάκια να πωλούν ή να ψήνουν κάτι, δεν ξέρω και εγώ τι, και αρκετοί γύρω από αυτά να συζητούν, να αγοράζουν και να τρώνε, παρά το ότι η ώρα είναι 3.30 το πρωί.
Ήδη μπήκαμε στην συνοικία που βρίσκεται η Μητρόπολη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Καμπάλα. Στρίβουμε από εδώ και από εκεί σαν τρελοί για να κερδίσουμε χρόνο, λες και αν μας προλάβει η αυγή θα μας βλάψει. Μπροστά στα μάτια μας ξεπετάγονται μάντρες ψηλές, βρώμικες, μισοκατεστραμένες, με εναπομείναντα επάνω τους χρώματα και γράμματα της προηγούμενης τριακονταετίας, σπίτια με χάσκοντα κουφώματα, μαγαζιά σκοτεινά με τα σκουπίδια απέξω και τις πραμάτειες από μέσα, όποιες και όσες και αν είναι αυτές, καρότσια ξεχαρβαλωμένα και σκοτεινές γωνιές του δρόμου από σπασμένες λάμπες του δημοτικού φωτισμού.
Ένα απότομο φρενάρισμα, στροφή δεξιά, η πρώτη ταχύτητα στη μηχανή και το αυτοκινητάκι αρχίζει να ανεβαίνει μία απότομη ανηφόρα κατευθυνόμενο προς την κορυφή του λόφου. Το ταξίδι αλλάζει χροιά, οι εντυπώσεις μεταβάλλονται αλλά όλα τελειώνουν απότομα. Ήδη φθάσαμε στο τέρμα και το μικρό όχημα έχει παρκάρει με σβηστή τη μηχανή μπροστά στον μητροπολιτικό ναό. Είναι νύχτα αλλά ο όγκος του διαγράφεται τέλεια στο φόντο του ουρανού. ‘Ένα γνώριμο σχήμα, ένα οικείο κατασκεύασμα σε αυτόν τον ξένο τόπο, ένα ανθρώπινο μνημείο που με την ψυχή που του εναποθέτει μέσα η πίστη ενώνει την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με τον Θεό, τους απανταχού της γης ανθρώπους μεταξύ τους, όπως είμαστε εμείς τώρα έξω από το μικρό βαν που περιμένουμε να μας οδηγήσουν στα καταλύματά μας.
Μέσα από τις πρασινάδες και τα γραφικά τοπικά δρομάκια ξεπροβάλλουν σκιές, άλλες με ράσα και άλλες με πολιτική περιβολή, που μας χαιρετούν εγκάρδια κρατώντας το χέρι μας στη χούφτα τους και έχοντας το άλλο επάνω από το δικό μας με ταυτόχρονη κάμψη του γόνατός τους εις ένδειξη τιμής και σεβασμού. Περίμεναν άγρυπνοι τον ερχομό μας, μας οδηγούν στα καταλύματά μας, δίνουν τις δέουσες οδηγίες και φεύγουν. Δύο μπουκάλια σφραγισμένο νερό στο δωμάτιο του καθενός, σύσταση αυστηρή να κοιμηθούμε κάτω από την κουνουπιέρα, τα κλειδιά στο χέρι … και καληνύχτα. Μόνοι μας τώρα ανταλλάσσουμε επισκέψεις όχι τυπικές ούτε από φιλοφρόνηση. Είναι επισκέψεις προσφοράς βοήθειας όπως σε εμπόλεμη κατάσταση. Σκοτώνουμε όλοι μαζί τα εναπομείναντα κουνούπια στο δωμάτιο του καθενός, αλείφουμε ο ένας τον άλλο με υγρά απωθητικά των κουνουπιών, χορηγούμε κάτι αναγκαίο που παράλειψε κάποιος να πάρει ή που ξέχασαν οι ντόπιοι να του το δώσουν, και … ο καθένας στο κρεβάτι του, ήδη η ώρα είναι 4,30 πρωινή. Όταν γυρίσουμε στην Ελλάδα και θελήσουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα με τη σειρά, ποια επικεφαλίδα θα βάλουμε στην ιστορία μας; Η πρώτη ημέρα στην Ουγκάντα ή η πρώτη νύχτα;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s