ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Εκκλησία

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Εκκλησία

Κάθε χριστιανική ιεραποστολή σκοπόν έχει να κηρύξει Χριστόν και όλα τα άλλα ακολουθούν, είναι απόρροια αυτού του γεγονότος. Τα πρωτεία του εκχριστιανισμού της Αφρικής τα κατέχουν οι Βυζαντινοί, όταν από τον 4ο ήδη αιώνα είχαν στείλει ιεραποστόλους στην μακρινή Αιθιοπία για να μεταλαμπαδεύσουν την νέα πίστη. Η Υποσακχάρια Αφρική άργησε πολύ να τους δεχθεί. Πέρασαν αιώνες, μία ολόκληρη χιλιετία, για να φανούν οι πρώτοι χριστιανοί στις περιοχές αυτές. Τώρα έχει γεμίσει ο κόσμος από Χριστιανικές Εκκλησίες παντός δόγματος, τώρα βρίσκει κανένας περισσότερους χριστιανούς στην Αφρική παρά στην Ευρώπη. Και εδώ η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τον λόγο αλλά υπολείπεται κατά πολύ έναντι των άλλων. Αξιόλογες προσπάθειες γίνονται καθημερινά, τόσο από την ιδιωτική πρωτοβουλία όσο και από την επίσημη Εκκλησία. Τα βιώματα μίας τέτοιας πρωτοβουλίας στην οποία συμμετείχαμε, θα προσπαθήσουμε να τα μεταφέρουμε εδώ, κυρίως αυτά που αφορούν την λατρεία και την ζωή εν γένει πέριξ του ναού.
Ιερά Μητρόπολη της Ουγκάντα, μία περιοχή σε προάστιο της Καμπάλα, που περιλαμβάνει μία αρκετά σημαντική έκταση γης, στο μέσον της οποίας δεσπόζει ένας λόφος. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται ο μητροπολιτικός ναός ικανοποιητικού μεγέθους και αρκετά καλαίσθητος με ένα ωραίο καμπαναριό που φέρει επάνω του μία καλλικέλαδο καμπάνα. Το εσωτερικό του περιλαμβάνει πλήθος ξύλινων εδράνων για τους πιστούς και είναι διακοσμημένο με αρκετές εικόνες, προσφορές κυρίως Ελλήνων δωρητών. Εκτός αυτών υπάρχει βέβαια και το παγκάρι με τα κεριά, υπάρχουν τα αναλόγια, οι κολυμβήθρες, μία μικρή και μία μεγάλη για βαπτίσεις ενηλίκων, και το δεσποτικό. Σκοπός εδώ δεν είναι τόσο η πλήρης περιγραφή του εσωτερικού του ναού όσο η αναφορά στα της λατρείας των πιστών.
Πρωί πρωί ο ήχος της καμπάνας μου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βρίσκομαι στην Ελλάδα αλλά το τοπίο έξω με προσγειώνει στην πραγματικότητα. Ένας μαύρος μπόμπιρας, περίπου τριών τεσσάρων ετών, βρίσκεται έξω από την κύρια είσοδο του ναού κρατώντας βουλωμένα τα αυτιά του με τους δείκτες των δακτύλων του. Ούτε μέσα μπαίνει στο ναό αλλά και δεν απομακρύνεται από αυτόν. Φαίνεται ότι απολαμβάνει τον ήχο με κλειστά τα αυτιά αλλά δεν αντέχει την τόσο μεγάλη έντασή του. Τον προσπερνώ χωρίς να τον ενοχλήσω και εισέρχομαι στον ναό. Είναι νωρίς και είναι ακόμα άδειος αλλά σε λίγο αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι πιστοί. Σε αντίθεση με τις εκκλησίες της Ελλάδας, εδώ οι πιστοί είναι νέοι και μικρά παιδιά. Ένα πλήθος από παιδιά που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους μεγάλους όπως η πρασινάδα στην ανθοδέσμη. Κάθονται ήσυχα στα έδρανα και παρακολουθούν την θεία λειτουργία. Όταν αργότερα έλθουν και άλλοι και γεμίσει ο ναός από πιστούς, τότε και πάλι έχουν τον τρόπο τους. Ανεβαίνουν τα περισσότερα στον σολέα και κάθονται μπροστά στους ψάλτες, άλλα κατάχαμα και άλλα επάνω σε κάτι μικρά υφάσματα που τα έχουν στρώσει στο πάτωμα. Ένα μάλιστα κοιμάται μακαρίως με το κεφάλι του δίπλα στα πόδια του διακόνου που θυμιατίζει αλλά κανένα ς δεν ενοχλείται ούτε και ο μικρός μεταφέρεται αλλού.
Η θεία λειτουργία έχει προχωρήσει, οι πιστοί έχουν γεμίσει το ναό και οι χορωδία των ιεροψαλτών καλύπτει τον χώρο με τις περίφημες φωνές των μελών της. Είναι μικτή, άνδρες και γυναίκες, και οι φωνές τους όχι ψεύτικες αλλά πηγαίες, το ύφος τους όχι εξεζητημένο αλλά απλό, μόλις που καταλαβαίνεις κοιτάζοντάς τους ότι ψάλλουν. Η σεμνότητα και ο σεβασμός προς τον χώρο και τα τελούμενα απαράμιλλος. Τώρα παρατηρώ, ότι όλες σχεδόν οι γυναίκες που συμμετέχουν στην χορωδία έχουν βγάλει τα παπούτσια και ψάλλουν ξυπόλυτες! Μέσα στα ουγκαντέζικα ακούς πού και πού μερικά ελληνικά, τα οποία σου δημιουργούν ένα ιδιαίτερο ευχάριστο συναίσθημα.
Οι ιερείς μας συλλειτουργούν με τους Αφρικανούς μπροστά στην αγία τράπεζα, χαρακτηριστική ζωντανή εικόνα της καθολικότητας της Εκκλησίας. Βγαίνουν ένας ένας από το ιερό, άλλος μαύρος και άλλος λευκός, ο ένας ψάλλοντας ελληνικά και ο άλλος ουγκαντέζικα, αλλά όλοι με τις ίδιες ιερατικές στολές, ακολουθώντας το ίδιο λειτουργικό τυπικό, όλοι παιδιά του ενός θεού και υπηρέτες του. Τώρα προβάλλει από την ωραία πύλη ο επίσκοπος. Μαύρος αυτός προεξάρχει των λευκών ιερέων, κάτι που απαίτησε πολλά χρόνια να γίνει αποδεκτό από τους κατ’ όνομα δυστυχώς χριστιανούς, κάτι που και τώρα υποβόσκει στις καθημερινές σχέσεις και στον αναγκαίο συγχρωτισμό, ο οποίος υπάρχει εδώ στην Αφρική μεταξύ λευκών και μαύρων. Δεν ξεχνώ τα λόγια ενός ιεραποστόλου κληρικού που επέστρεψε πρόσφατα από την Αφρική και μας ανάφερε μετά λύπης, ότι σε μία χριστιανική εκκλησία εκεί, οι Έλληνες επιχειρηματίες που εκκλησιάζονται στον τοπικό Ορθόδοξο ναό , τον μεν Έλληνα ιερέα τον αποκαλούν με το κανονικό του όνομα, π. Ευάγγελε, τον δε ντόπιο ορθόδοξο και αυτόν ιερέα, Νικολάκη, και ποτέ πάτερ!
Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο ακούγονται στα Ουγκαντέζικα. Έχει γίνει τρομερή δουλειά εδώ και έχει απαιτηθεί πολύς κόπος, για να μεταφρασθούν όλα τα ιερά βιβλία στην τοπική γλώσσα. Τώρα ο επίσκοπος βρίσκεται στην ωραία πύλη και κηρύττει στην αγγλική γλώσσα. Άλλου επιπέδου κήρυγμα, που δεν θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε ξένος. Τους μιλάει απλά, τους εξηγεί πράγματα που για μας είναι αυτονόητα, τους τονίζει ορισμένα σημεία που εμείς θα τα προσπερνούσαμε. Παράδειγμα η απάντηση του Χριστού στην Σαμαρείτιδα, όταν είπε στον Ιησού, ότι δεν έχει άνδρα. Πέντε γαρ άνδρας έσχες. Και συνεχίζει αμέσως ο επίσκοπος αυξάνοντας τον τόνο της φωνής του: Ένα έπρεπε να έχει παντρευτεί και είχε πέντε. Εδώ κτυπούσε το έθιμο της πολυγαμίας που είναι κάτι το τελείως ξένο σε εμάς αλλά πολύ συνηθισμένο σε αυτούς και δύσκολα καταπολεμείται. Η παγκόσμια Εκκλησία έχει και παγκόσμια προβλήματα ή επί το ορθότερο, έχει πλήθος διαφορετικών προβλημάτων, πάνω στα οποία θα πρέπει να σταθεί κανείς με κατανόηση, με πνεύμα διάκρισης αλλά με αυστηρότητα και με αποφασιστικότητα. Όλα αυτά θέλουν προσωπικότητες, οι οποίες θα τα μετουσιώσουν σε πράξεις, θα προβλέψουν άλλα νεώτερα και θα θέσουν νέα προς προαγωγήν της πίστης και της αληθινής επικοινωνίας των λαών.
Σε αυτό συνετέλεσαν και οι ομιλίες των δικών μας ιερέων προς τους τοπικούς ιερείς της αδελφής Εκκλησίας της Ουγκάντα. Ήταν λίαν κατατοπιστικές, θεωρητικές μαζί και πρακτικές και αναφέρονταν σε συγκεκριμένα και βασικά θέματα της πίστης μας, τα οποία πρέπει να γνωρίζει πρωτίστως ένας ιερέας της τοπικής Εκκλησίας. Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως έχουμε την γνώμη, ότι δεν πήγαν χαμένα, ότι τίποτε δεν έπεσε κάτω, ότι τα πάντα βρήκαν έστω και λίγο γόνιμο έδαφος για να φυτρώσουν και να αποδώσουν τον ανάλογο καρπό. Και τι εννοώ; Την ώρα που οι ιερείς εκφώνησαν το Μετά φόβου Θεού… πλήθος πιστών προσήλθε και κοινώνησε. Η συμμετοχή στην λατρεία δεν ήταν τυπική αλλά ουσιαστική. Σε μας εναπόκειται όχι μόνο να προαγάγουμε την πίστη αυτών των ανθρώπων αλλά κυρίως να μη τους σκανδαλίσουμε αργότερα. Ο μεγαλύτερος εχθρός της πίστης είναι οι αιρέσεις, ο εκ των ένδον εχθρός. Και όταν λέμε αιρέσεις δεν εννοούμε τις καθιερωμένες γνωστές και επίσημες αλλά το «καπετανιλίκι» του καθενός, την διαφοροποίησή του από τους υπόλοιπους χριστιανούς που δεν ανήκουν στην ίδια χριστιανική οργάνωση ή στον ίδιο σύλλογο ή , ας μας επιτραπεί η λέξη, στην ίδια «κάστα «, και γνωρίζουμε ότι οι θρησκευτικές κάστες είναι οι χειρότερες εξ όλων.
Το αξιοσημείωτο εδώ είναι, το ότι πολλοί από αυτούς που έχουν προσφερθεί να βοηθήσουν και έχουν έλθει στην Αφρική, έχουν φύγει και έχουν εγκαταλείψει τις προσπάθειές τους όχι τόσο απογοητευμένοι από τους ντόπιους, όσο από τους «αδελφούς τους χριστιανούς» που ανήκουν σε άλλο χριστιανικό κόμμα (βλέπε παράταξη) και που τους θεωρούν μεγαλύτερους εχθρούς και βέβαια μεγαλύτερους αντίπαλους από οποιονδήποτε αλλόθρησκο!

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Η Φύση

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Η Φύση
Λουσμένοι στο φως μιας γαλήνιας αυγής και απολαμβάνοντας τα χάδια της πρωινής δροσιάς στο πρόσωπό μας τρέχουμε με τα τέσσερα λάστιχα του αυτοκίνητου της Ορθόδοξης Ιεραποστολής και χωνόμαστε όλο και πιο βαθιά στη φύση. Αφήνουμε πίσω μας σπίτια, πλατείες, υπαίθριες αγορές, αυτοκίνητα, διασταυρώσεις και τώρα κινούμαστε ανάμεσα σε ζαχαροκάλαμα και μπανανιές, που έχουν πού και πού για επιστάτες από πάνω τους τα τεράστια μάνγκος γεμάτα ανώριμους ακόμα καρπούς. Καλά, αυτούς τους καρπούς που βρίσκονται στα πιο ψηλά κλαδιά, δέκα και είκοσι μέτρα ψηλά, πώς τους μαζεύετε; Τους ρίχνουμε με τις πέτρες! Δεν σου είπα να μη ρωτάς τέτοια πράγματα, αυτές τις τεχνικές δεν μπορούμε να τις εφαρμόσουμε ακόμα στην Ελλάδα.
Κοιτάζω μόνο και δεν ξαναμιλώ, απλώς αφήνω τον εαυτό μου να κολυμπά μέσα στη θάλασσα του πράσινου που κυματίζεται ανάλογα με τα κέφια του αέρα, πανάρχαιου άρχοντα εδώ της περιοχής. Πράσινο λοιπόν παντού απλό, χωρίς πολλά άνθη και ποικιλίες αλλά καρποφόρο, έτσι το θέλει ο αιωνίως πεινασμένος εδώ λαός. Ένας παράδεισος η γύρω φύση, το αγαπημένο χρώμα του ισλάμ είναι το πράσινο, γιατί τους θυμίζει τον κήπο της Εδέμ αλλά εδώ δεν πρόκειται για μία ισλαμική χώρα παρά για μία καθαρώς χριστιανική. Από τα είκοσι εκατομμύρια περίπου των κατοίκων της τα εννέα εκατομμύρια είναι Καθολικοί χριστιανοί και τα οκτώ Προτεστάντες. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί δεν θα είμαστε περίπου τριακόσιες χιλιάδες; Εάν σας ικανοποιεί αυτό, κάντε πως δεν το ακούσατε. Οι υπόλοιποι να μη σπεύσουν να δικαιολογηθούν, ότι δήθεν οι ετερόδοξοι διαθέτουν τεράστια χρηματικά ποσά και τα τοιαύτα. Η πίστη όρη μεθιστάνει, εμείς δεν χρειάστηκε να μετακινήσουμε κανένα όρος, απλώς ένα ευρώ από την τσέπη μας στο δίσκο της αγάπης και αυτό δεν έγινε.
Ξεχάστηκα, ο συνάδελφος δίπλα μου κοιτάζει έξω, εγώ με ποιον συζητώ; Με κανένα, επειδή ακριβώς απευθύνομαι σε όλους και πρώτα στον εαυτό μου. Τόση ώρα μέσα στην ζούγκλα και δεν έχω δει χωριά. Μα!, δεν μας είπαν βρε Κώστα ότι δεν υπάρχουν χωριά οργανωμένα παρά μεμονωμένα σπίτια; Δεν μας τόνισαν ότι τον ασθενή που θα εξετάσουμε και θα του χορηγήσουμε ένα φάρμακο ίσως να μη τον ξαναδούμε ποτέ; Θα πάρει αυτό που θα του δώσουμε και θα χαθεί μέσα στο πράσινο, εκεί που κατοικεί, εκεί που γεννήθηκε; Όταν τα έλεγε αυτά ο παπα Βασίλης τα νομίζαμε υπερβολή. Ίσως την τελευταία μου σκέψη την είπα φωναχτά, άλλως δεν θα μου απαντούσε ο Λεωνίδας.
Μια συστάδα από σπίτια, όπως λέμε μια συστάδα από κρινάκια αλλά με πολλά ζουζούνια. Πλήθος από παιδιά βγαίνουν τρέχοντας από κάθε σπίτι, ξεφυτρώνουν μέσα από τις γλυκές καλαμιές, παρουσιάζονται από το πουθενά, λες και τα γεννάει η γη. Είναι η αντίδραση προς τον θάνατο, είναι το μεγαλύτερο όπλο εναντίον του. Αυτός τα παίρνει και ο άνθρωπος παράγει, η δε παραγωγή είναι πάντα μεγαλύτερη από την κατανάλωση, έτσι παίζεται εδώ το παιχνίδι. Ο θάνατος σ’ αυτά τα μέρη είναι πολύ αυστηρός, με το παραμικρό βρίσκει αφορμή και παίρνει μαζί του για πάντα τα μικρά παιδιά αλλά και τα πιο μεγάλα. Δεν σέβεται ούτε το παιχνίδι τους, κάθε μέρα τους το χαλάει. Εκεί που παίζουν τραβάει κάποιο και το στέλνει μέσα στο σπίτι με υψηλό πυρετό, το διατάζει δε να περιμένει μέχρις ότου έλθει να το πάρει. Και η μαμά τι κάνει; δεν αντιδρά; Οι φίλοι του απέξω, τα αδέλφια, ο πατέρας που είναι και ο πιο δυνατός; Κανένας δεν είναι τόσο δυνατός όσο ο θάνατος, αυτό το ξέρουν όλοι και κάθονται ακίνητοι μπροστά του χωρίς να προσπαθούν να σώσουν αυτόν που έχει επιλέξει αλλά τους υπόλοιπους. Ένας μόνο μπορεί να τα βάλει μαζί του, έτσι έχουν ακούσει, και αυτός είναι ο γιατρός. Ο ιερέας της ενορίας τούς ενημέρωσε προχθές, ότι τα αδέλφια τους από την Ελλάδα θα στείλουν δύο από αυτούς, θα έλθουν με το αυτοκίνητο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής συνοδευόμενοι από δύο Έλληνες ιερείς ιεραποστόλους. Η χαρά τους είναι απέραντη, η ευγνωμοσύνη που θα πρέπει να δείξουν μεγάλη αλλά κάθισε πρώτα να τους γνωρίσουν, αυτοί είναι πιο πολιτισμένοι, έχουν άλλους τρόπους, δεν φοράνε τόσο φτηνά ρούχα, θα είναι οπωσδήποτε πιο απρόσιτοι, δεν θα είναι σαν τους ιερείς τους.
Βλέπουμε τους μικρούς να έχουν φθάσει ήδη κοντά μας, μία νταλίκα έχει εξοκείλει και έχει γίνει αιτία να σταματήσουμε. Οι μεγάλοι πιο επιφυλακτικοί κάθονται από μακριά και μας κοιτάζουν, έχουν αφήσει τις δουλειές τους και απολαμβάνουν το θέαμα αλλά φαίνονται λίγο μπερδεμένοι. Ποιοι γιατροί καλέ και Έλληνες ιερείς; Αυτοί είναι όλοι τους απλά ντυμένοι, παίζουν με τα παιδιά σαν να είναι δικά τους, τα χαϊδεύουν και τους μοιράζουν καραμέλες, τα φωτογραφίζουν για να τα θυμούνται. Μάλιστα ο νεώτερος από τους Έλληνες κληρικούς παίζει μαζί τους σαν να είναι συνομήλικός τους. Μήπως ακολουθεί άλλο αυτοκίνητο με τους πραγματικούς; Όχι , το διαπιστώνουν σε λίγο που τους εξετάζουμε, δεν βιαζόμαστε, παίρνουμε κοντά μας τα φοβισμένα παιδιά και τα καλοπιάνουμε με καραμέλες, από τους μεγάλους προσπαθούμε μέσα από τις ιατρικές οδηγίες να αποσπάσουμε ένα χαμόγελο, μία επί πλέον ερώτηση, κάποια απορία. Είμαστε όλοι μια ομάδα που λειτουργεί άψογα, όλοι τώρα μετουσιώνουμε την ιατρική πράξη σε ιερουργία, η προσφορά του γιατρού εδώ καλύπτεται από την συμπαράσταση του ντόπιου ιερέα ή δάσκαλου και την πλήρη κάλυψη, σωματική και πνευματική των Ελλήνων ιερέων.
Κάποτε έρχεται και η ώρα που τελειώνουμε, όσο κοπιαστική και αν ήταν η εργασία που κάναμε. Έξω πάλι στη φύση, σε αυτήν που εδώ τα παρέχει όλα, από το πεζούλι που θα καθίσουμε για να ξεκουραστούμε μέχρι τα άπλετα φυσικά αποχωρητήρια που λειτουργούν χωρίς πόρτες, καζανάκια και αποχέτευση. Μία γυναίκα πλένει τα ρούχα της οικογένειας μέσα σε μία λεκάνη, η οποία είναι τοποθετημένη χάμω στη γη και την εξαναγκάζει να σκύβει μέχρι κάτω, μέχρι που τα δάχτυλα των χεριών της να ακουμπούν αυτά των ποδιών. Δεν είδαμε καμία μέχρι τώρα να έχει χρησιμοποιήσει μία πέτρα ή ένα χονδρό ξύλο από κάτω για να μικρύνει την απόσταση και να μη σκύβει τόσο πολύ. Όταν το θέσαμε αυτό στους ντόπιους σαν ερώτημα, μας απάντησαν: Μα!, κανένας μέχρι τώρα δεν τους το έχει πει!
Μία άλλη παρασκευάζει έξω το φαγητό, χρησιμοποιεί όσο χώρο θέλει και δεν περιορίζεται σε ένα απλό τραπέζι, αν και αυτό δεν υπάρχει αλλά τι να το κάνει; Σε κανένα δεν λείπει, και η μητέρα της αλλά και η γιαγιά της σε αυτόν τον τόπο μαγείρευαν και ήταν τόσο ωραίος, ώστε ποτέ δεν τις είχε ακούσει να επιθυμήσουν κάτι άλλο. Θεέ μου, έχουν ακούσει κάτι περίεργα πράγματα, ότι στην Ευρώπη το μαγείρεμα γίνεται μέσα σε ένα κλειστό χώρο με ψεύτικο φωτισμό, χωρίς φυσική φωτιά, χωρίς να μπορείς να καθίσεις άνετα κάτω στο χώμα, χωρίς να μπορείς να χαιρετίσεις τον άλλο που περνά πιο πέρα, χωρίς να ακούς δίπλα σου τα παιδιά να παίζουν. Πού θα χωρούσε μέσα σε ένα δωμάτιο αυτό το κλαδί από το φοίνικα, δύο τουλάχιστον μέτρα μακρύ; Πού θα πετούσε κανείς τα τόσα σκουπίδια που περισσεύουν, επάνω στα έπιπλα ή στις γωνιές των τοίχων; Και ο καπνός; τώρα μυρίζει καμένο ξύλο όλη η περιοχή, τώρα γνωρίζουν όλοι όσοι ζουν εδώ κοντά, τι μαγειρεύει ο ένας και τι ο άλλος. Μία καταταλαιπωρημένη κατσαρόλα που θα πρέπει να έχει θρέψει τουλάχιστον δύο γενεές ανθρώπων, είναι τοποθετημένη επάνω στη φωτιά και μέσα έχουν καταφέρει να χωρέσουν ολόκληρο το κλαδί του φοίνικα και από πάνω του κομμάτια από μπανάνες που θα βράσουν στον ατμό.
Επιστροφή στο αυτοκίνητο, το οποίο μας περιμένει σε μία σχετική απόσταση. Μπροστά μας, παραλίγο να πέσουμε επάνω του, ένα τσουβάλι με αποξηραμένα ψαράκια στο μέγεθος της πιο μικρής μαρίδας, διανθισμένα με ένα πλήθος από μύγες που όπως κάθονται πάνω τους φαίνονται σαν σταφίδες. Μας προτρέπουν να δοκιμάσουμε απ’ αυτά αλλά παραδόξως αισθανόμαστε όλοι χορτάτοι! Ο δρόμος τώρα για το αυτοκίνητο μπροστά μας ανοιχτός, λασπώδης και στενός, αφού οι πρασινάδες δεξιά και αριστερά έχουν καλύψει τα πάντα. Διασταυρωνόμαστε με ντόπιους χωρικούς που περπατούν όλοι ξυπόλυτοι μέσα στην κόκκινη λάσπη λες και πατούν σε ακριβό χαλί. Ζώα για μεταφορικό μέσο δεν είναι κάτι το συνηθισμένο εδώ ούτε και κάρα. Οι μεγάλοι άνθρωποι προχωρούν πεζοί και οι μικροί πάνω στους ώμους τους. Εδώ δεν υπάρχουν ανηφόρες, η χώρα είναι όλη πεδινή, σχεδόν το 90% του εδάφους της. Είπαμε, εδώ ζεις την καταλυτική φτώχεια αλλά απολαμβάνεις ένα αιώνιο καλοκαίρι και μία οριζόντια, καταπράσινη γη.
Εάν δεν υπήρχαν αυτές οι άριστες καιρικές συνθήκες, οι θάνατοι θα ήταν κατά πολύ περισσότεροι. Πως θα μπορούσε να προφυλαχθεί κάποιος ζώντας σε σπίτια χωρίς κουφώματα, με ανοιχτές τις πόρτες, με στέγες που δεν εφάπτονται στους κάθετους τοίχους της οικοδομής, με την υγρασία να έχει διαποτίσει τους πλίνθους, αφού κανένα σπίτι δεν είναι σοβαντισμένο; Και με ρωτούσαν μερικοί τι χρώμα έχουν εδώ τα σπίτια! Χωματί, δεν τόλμησαν να πάνε σε χρωματοπωλείο για να βρουν αυτήν την απόχρωση. Μέσα τα σπίτια στάζουν νερό από την υγρασία και έξω ο ουρανός στέλνει από πάνω καταρράκτες, και οι πάμφτωχοι αδελφοί δέχονται όλα αυτά χωρίς βέβαια αδιάβροχα, χωρίς ομπρέλες, όπως ακριβώς τα ζώα του δάσους. Ζήσαμε μία χαρακτηριστική σκηνή λίγο έξω από την μητρόπολη στην Καμπάλα, όταν ξέσπασε απότομα η καταιγίδα και το μικρό κοριτσάκι της οικογένειας, έξι έως επτά χρονών, επιφορτίστηκε να φέρει πίσω τις κατσίκες που έβοσκαν εκεί τριγύρω. Τις έσπρωξε από εδώ, τις κυνήγησε από εκεί μέχρι που τα κατάφερε και μούσκεμα, στάζοντας νερό σαν νάχε πάνω του τρεις βρύσες, γύρισε ήσυχο στο σπίτι, όπως γυρίζει ο υπάλληλος στη χώρα μας το μεσημέρι με το κουστούμι του και τη γραβάτα.
Ήδη το αμαξάκι μας έχει ξεκινήσει και όλοι τραμπαλιζόμαστε στο ρυθμό του ταξιδιού της επιστροφής. Γυναίκες και παιδιά πάλι έξω από τα σπίτια. Γέροντες δεν φαίνονται παρά ελάχιστοι, ή θα αναπαύονται μέσα ή θα έφυγαν διακριτικά για την άλλη ζωή, ο μόνος τρόπος για να γίνουν οι μερίδες του καθημερινού φαγητού στην οικογένεια μεγαλύτερες. Εδώ ο μέσος όρος ζωής είναι τα σαράντα τρία χρόνια! Πόσα από τα παιδιά που είδαμε σήμερα θα ζουν του χρόνου; πόσα μάτια φλογερά, χαρούμενα, γεμάτα ζωή θα είναι κλειστά για πάντα κάτω από τη γη; Τώρα που περνάμε πάλι δίπλα από τα σπίτια τους επιστρέφοντας, τώρα καταλαβαίνω το μέγεθος της προσφοράς της αποστολής μας εδώ, τώρα αντιλαμβάνομαι πόσο λίγα κάναμε και πόσα πολλά καλούμεθα να έλθουμε να επαναλάβουμε. Εμείς δεν θα μπορούμε βέβαια την επόμενη φορά να ξεχωρίσουμε πιο χαμόγελο που θα έχει παραμείνει ζωντανό θα οφείλεται στην σημερινή βοήθειά μας, ποια φωνούλα που θα κελαηδεί, θα οφείλει το τραγούδι της στην βοήθεια των Ελλήνων χριστιανών, που με την ταπεινή και ασήμαντη ίσως προσφορά τους, θα δημιουργούν την υλική προϋπόθεση, χάρις στην οποία θα φθάνει εδώ η ιεραποστολική ομάδα των ιερέων και γιατρών με τα φάρμακα, τα απαραίτητα όργανα, τις παντοειδείς υλικές και χρηματικές προσφορές.
Τις αποσκευές μας τις επιστρέφουμε ίδιες όπως τις φέραμε, τίποτε δεν ψωνίσαμε, δεν ήταν ο σκοπός μας αυτός. Έχουν μέσα όμως ένα πολύτιμο φορτίο, είναι κατάμεστες από φωτογραφίες και βιντεοσκοπήσεις που περιλαμβάνουν πρόσωπα μικρών παιδιών, που κανένα από αυτά δεν πιστεύει πως θα πεθάνει. Εμείς όμως σαν γιατροί το ξέρουμε, το γνωρίζουμε πολύ καλά ότι θα έλθει για αρκετά από αυτά η ώρα που δυστυχώς θα διαψευσθούν. Στα χαμόγελά τους μέσα δεν βλέπω μόνο την ελπίδα που είναι η τροφός της ζωής, αφουγκράζομαι και την μελλοντική φωνούλα τους την πονεμένη:
Διαβάς εις Ουγκάντα βοήθησον ημίν.

Επιστροφή – Ζωολογικός Κήπος
Ο δρόμος της επιστροφής δεν θα είναι ο ίδιος, θα γυρίσουμε από αλλού. Καλλίτερα, θα δούμε και άλλα μέρη και το σπουδαιότερο θα περάσουμε δίπλα από τον ζωολογικό κήπο, πού ξέρεις, ίσως προλάβουμε να δούμε κάτι. Ο Πέτρος επιμένει πως θα τα καταφέρει να μας βάλει μέσα, έστω και αργά. Ποιος είναι ο Πέτρος; Είναι το δεξί χέρι του επισκόπου Ιωνά, ο πολυτεχνίτης και παντογνώστης, αυτός που θα επιδιορθώσει οτιδήποτε χαλάσει στην επισκοπή, θα τακτοποιήσει σύντομα την τυχούσα ζημιά του αυτοκινήτου ή θα διεκπεραιώσει άνετα οποιαδήποτε δουλειά σε δημόσια υπηρεσία. Ξεχάσαμε να πούμε, ότι τον πήραμε στην επιστροφή μαζί μας με άλλα δύο άτομα, ένα νεαρό άνδρα, τριάντα πέντε έως σαράντα ετών, και μία κοπέλα συνομήλική του. Χαρακτήρες τελείως διαφορετικοί ο ένας άνδρας από τον άλλο, όσο η γη από τον ουρανό. Ο Πέτρος δεν βάζει γλώσσα μέσα του σε όλη τη διαδρομή, πού βρίσκει τόσα θέματα για συζήτηση δεν μπορώ ακόμη και τώρα να το καταλάβω. Με μία κοιλιά προτεταμένη, που λόγω του μικρού ύψους του τον καθιστά ολοστρόγγυλο, με μία φωνή στεντόρεια και ένα πρόσωπο πασίχαρο, μοιάζει περισσότερο με Έλληνα που του έχουν βάψει μαύρο το πρόσωπο παρά με Ουγκαντέζο. Καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής κάθεται λοξά και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε να βλέπει και τους μπροστινούς του και τους από πίσω του … με αποτέλεσμα να μην αφήνει κανένα ήσυχο. Η ηλικία του όχι πάνω από σαράντα, η δραστηριότητά του όμως πολύ κάτω των τριάντα.
Ο άλλος ήσυχος, αμίλητος, ντροπαλός, κοιτάζει μόνο έξω από το παράθυρο ή την κοπέλα δίπλα του, με την οποία ανταλλάσσει περισσότερα χαμόγελα παρά κουβέντες και αυτή του ανταποδίδει τα μισά. Τα άλλα τα κρατάει για μετά την επισημοποίηση των σχέσεών τους. Πράγματι, από ότι μάθαμε έχουν κάποια σοβαρή σχέση και ο νεαρός είχε την πρόθεση να την πάει κάποια βολτούλα, για να βρεθούν μόνοι και να τα πουν από κοντά. Τι πιο μεγάλη ευκαιρία λοιπόν από το λεωφορειάκι της Μητρόπολης, η ίδια δουλειά με έξοδα μηδενικά. Το ότι θα είναι μαζί με άλλους επτά ή οκτώ, αυτό θεωρήθηκε και από τους δύο σαν λεπτομέρεια. Είναι παιδιά της εκκλησίας, την κοπέλα την είχα δει να συμμετέχει στην χορωδία του ναού και τον νεαρό να γυροφέρνει μέσα και έξω από τα γραφεία της μητρόπολης.
Μία μαϊμού καθισμένη επάνω σε ένα σκουπιδοτενεκέ τρώει άπληστα και κατευτυχισμένη ότι φαγώσιμο βρίσκει μέσα. Ο οδηγός βλέπει το περιστατικό και σταματάει απότομα για να το απολαύσουμε. Τώρα παρατηρούμε ότι είναι και άλλες δίπλα στο δρόμο, επάνω στα δένδρα, στις σκάλες και στην πόρτα, λες και είναι θυρωροί. Η πόρτα, όπως θα κατάλαβε κανείς, είναι του ζωολογικού κήπου. Ενθουσιασμένοι, και επειδή έχουμε και χρόνο, μπαίνουμε μέσα, για να ρίξουμε στα γρήγορα μια ματιά. Από ότι αποδείχθηκε, το πιο ενδιαφέρον ήταν οι μαϊμούδες απέξω αλλά μια και βρεθήκαμε εδώ, δεν πρέπει να αφήσουμε να πάει χαμένο τίποτε. Ένας κροκόδειλος ακίνητος στον ήλιο δημιουργεί την απορία, εάν είναι ζωντανός ή πλαστικός. Όταν τελικά εδέησε να φύγει έπαυσε και το ενδιαφέρον εκ μέρους μας και απομακρυνθήκαμε και εμείς. Η γειτόνισσά του η στρουθοκάμηλος, από τις μεγαλύτερες του είδους, όταν μας βλέπει μας πλησιάζει καμαρωτή και λυγιστή, ανοίγει το στόμα της, γέρνει μέχρι κάτω το κεφάλι της και κατόπιν θεωρώντας ότι ανταποκρίθηκε σωστά στα κοινωνικά της καθήκοντα, στρίβει και φεύγει. Λιοντάρια, πάνθηρες, λεοπαρδάλεις και λοιποί αξιωματούχοι της ζούγκλας δεν θεωρούν υποχρέωσή τους να φερθούν με φιλοφρόνηση στον πρώτο τυχόντα. Συνεχίζουν να κοιμούνται μακαρίως, για να μη χρησιμοποιήσω την λέξη εξουθενωμένα από την ζέστη της ημέρας. Μία τεράστια αράχνη κρεμασμένη στον ιστό της, η μεγαλύτερη που έχω δει μέχρι σήμερα, μας περιεργάζεται άφοβα, ολόμαυρη και απειλητική. Ένας από εμάς που αποπειράθηκε να βάλει την παλάμη του δίπλα της προς σύγκριση, για να φανεί στην φωτογραφία το μέγεθός της, όταν κατάλαβε το επικίνδυνο του τολμήματός του, το απέσυρε αμέσως.
Θα ήταν αστείο να ασχοληθούμε εδώ με καθένα από τα υπόλοιπα ζώα του Κήπου. Το πραγματικό ενδιαφέρον το μονοπωλούν οι χιμπατζήδες, καμιά δεκαπενταριά από αυτούς που βρίσκονται σε ένα λοφίσκο, που περιβάλλεται από ένα μικρό ποτάμι. Ως γνωστόν, φοβούνται πάρα πολύ το νερό και αυτό τους αποτρέπει από το να δραπετεύσουν από τον χώρο τους. Οι υπάλληλοι όμως του κήπου που τους ταΐζουν, πετούν επίτηδες τις καρύδες μέσα στο νερό, για να τους εξαναγκάσουν να μηχανευτούν τρόπους για να τις πιάσουν. Είναι κάτι το ασύλληπτο, λες και βλέπεις ανθρώπους. Με το ένα χέρι κρατιούνται από ένα φυτό της όχθης και με το άλλο ελεύθερο ή με ένα καλάμι προσπαθούν κτυπώντας τα νερά να φέρουν κοντά την τροφή τους.
Δεν έχουμε άλλο χρόνο, άλλωστε αυτό ήταν κάτι εκτός προγράμματος, προχωρούμε προς την έξοδο περνώντας δίπλα από ένα γάιδαρο. Οι ντόπιοι απορούν γιατί δεν σταματάμε να τον δούμε αλλά αυτός με γαϊδουρινή υπομονή δέχεται και αυτήν την προσβολή. Πολλές μαϊμούδες πάλι ελεύθερες στην έξοδο, αρκετές με τα μωρά κρεμασμένα από την κοιλιά τους, δέχονται ευχαρίστως τις καραμέλες που τους δίνουμε, κυρίως τις καθαρισμένες. Η απόλαυση όμως είναι, όταν προσπαθούν να βγάλουν το περιτύλιγμά τους, πράγμα που τελικά καταφέρνουν όχι με μεγάλη δυσκολία.
Ο οδηγός μας βεβαιώνει, ότι η απόσταση της επιστροφής μας στην μητρόπολη δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και θα μπορούσαμε εάν θέλαμε να απολαύσουμε λίγο την λίμνη Βικτώρια. Βαδίζοντας προς τις ακτές της διαπιστώνουμε ότι υπάρχει εκεί ένα τουριστικό περίπτερο. Ένας εξ ημών που εόρταζε την προηγούμενη ημέρα, σκέφθηκε να κεράσει την παρέα. Τι ήταν να το ακούσει ο Πέτρος; Αρνήθηκε φιλοφρόνως τονίζοντάς μας ότι θα πληρώσουμε άδικα τόσα χρήματα, αφού το κέντρο είναι τουριστικό και μάλιστα σε μία από τις καλλίτερες περιοχές της Ουγκάντα. Ο εορτάζων επιμένει και κατόπιν αυτού αναλαμβάνει ο Πέτρος να πάει μέσα στο κέντρο και να ρωτήσει πόσο θα στοιχίσουν εννιά δέκα αναψυκτικά, όσοι περίπου είμαστε εμείς. Γυρίζει απογοητευμένος και μας λέει, ότι το ποσόν θα ανέβει περίπου στα δέκα ευρώ και κάτι, γι’ αυτό καλό θα είναι να ξεχάσουμε κάτι τέτοιο, άλλωστε μας είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό. Εμείς κρατηθήκαμε σοβαροί χωρίς να δείξουμε την έκπληξή μας και παραγγέλλουμε από ένα αναψυκτικό στον καθένα. Το πίνουμε όλοι με ευχαρίστηση, ο εορτάζων δέχεται τις ευχές όλων και δίνει στον Πέτρο είκοσι ευρώ, για να πάει να πληρώσει και να του φέρει βέβαια και τα ρέστα. Ο Πέτρος πηγαίνει μέσα στην καφετέρια αλλά αργεί να γυρίσει, η ώρα περνά και ο Πέτρος έχει γίνει άφαντος. Η σκέψη, ότι κράτησε τα ρέστα και μετά το έσκασε, πέρασε από το μυαλό μερικών αλλά ήταν ντροπή να προσάψουμε κάτι τέτοιο σε ένα άτομο που δεν μας είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Τελικά αναλαμβάνει ο παπα Σπύρος, ο νεώτερος όλων, να βγάλει το φίδι από την τρύπα, να πάει μέσα και να ρωτήσει, τι έγινε με την πληρωμή των αναψυκτικών και ειδικά με τον Πέτρο. Δεν πέρασαν δύο λεπτά της ώρας και γυρίζει ο παπα Σπύρος πνιγμένος στα γέλια. Ο Πέτρος δεν εννοούσε να τους πληρώσει ένα τέτοιο μεγάλο ποσόν, εάν δεν του έκαναν έκπτωση! Τελικά το πέτυχε, πλήρωσε αντί για ένδεκα ευρώ πέντε και τρέχοντας μας φέρνει τα ρέστα. Αλλοίμονο, βρήκαμε τους ανθρώπους ξένους και θα τους εκμεταλλευτούμε!!
Ο γυρισμός μετά από αυτήν την ευχάριστη ανάπαυλα φαίνεται αρκετά σύντομος και βέβαια ευχάριστος. Πιο πολύ ακούγεται ο Πέτρος παρά η εξάτμιση του αυτοκινήτου. Για να του μειώσω την ενεργητικότητα τού δίνω μία καραμέλα. Γαβ, μου απαντά. Δεν το κατάλαβα, το θεώρησα αστείο μετά από όλα όσα είχαν προηγηθεί, αλλά μου φάνηκε αρκετά απίθανη αυτή η απάντηση και ήθελα να ξαναδοκιμάσω. Πέτρο, don’t you want it? Γαβ, και μου δείχνει δύο που είχε στην τσέπη του. Χριστέ μου, τότε κατάλαβα, έλεγε I have, I’ ve , have, γαβ. Και είχα υπόψη μου να μάθω μερικά ουγκαντέζικα!
Έδωσε ο Θεός και τελειώσαμε αισίως με το γαβ. Τώρα έχει γυρίσει πίσω ο νεαρός που συνοδεύει την κοπελιά και κάτι μας δείχνει. Απίστευτο, είχε βγάλει μία φωτογραφία με όλους μας στην καφετέρια και την εμφάνισε σε ειδικό κατάστημα που υπήρχε στην είσοδο του ζωολογικού κήπου. Ο γάμος έχει εξασφαλισθεί τώρα 100%. Ο μέλλων πεθερός δεν θα έχει το σθένος να φέρει καμία αντίρρηση. Ποιος θα μπορούσε τώρα σε όλη την Ουγκάντα να αμφισβητήσει, ότι ο άνδρας που θα πάρει την κόρη του για γυναίκα δεν τα πίνει στο κέντρο σαν ίσος προς ίσο με τους Έλληνες ιερείς και γιατρούς;

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ Αεροδρόμιο – Άφιξη

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Αεροδρόμιο – Άφιξη
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2011, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Η Τετάρτη μόλις έχει παραδώσει τη σκυτάλη στην ημέρα που όρισε ο Θεός να την ακολουθεί από την αρχή της Δημιουργίας. Ένα τεράστιο μεταλλικό πουλί πλανάται πάνω από τα αργυρά νερά της λίμνης Βικτώρια, ένα πουλί που έχει ήδη σταματήσει την ομαλή πορεία του και φτερουγίζει ανάμεσα στη λίμνη και το αεροδρόμιο του Έντεμπε, όπως ακριβώς κάνουν τα περιστέρια λίγο προτού καταλήξουν στη φωλιά τους, όπως κάνουν τα χελιδόνια με το απροσδιόριστο πέταγμά τους, όταν σηκώνουν τα φτερά τους φρενάροντας για να μπουν ήσυχα στη φωλιά τους ώστε να μη ξυπνήσουν τα μωρά. Μέσα από το παράθυρο του αεροπλάνου κοιτάζω τα νερά της λίμνης σαν να στεφανώνονται από την πανσέληνο, αν και δεν ξέρω σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα το φεγγάρι, ίσως εδώ στον ισημερινό η νύχτα να μην είναι τόσο σκοτεινή όσο η δική μας, τόσο σκοτεινή όσο η ιστορία αυτών των λαών που βρίσκονται ήδη κάτω από τα πόδια μας.
Οι απότομες στροφές και η βύθιση του ρύγχους του αεροπλάνου των τούρκικων αερογραμμών είναι αναγκαίες, για να ευθυγραμμισθεί με τον αεροδιάδρομο αυτό το κήτος των αιθέρων, που προσπαθεί να εναποθέσει στα χέρια της γης τους ανθρώπους που φέρει στα σπλάγχνα του, όλους ταλαιπωρημένους από το επτάωρο ταξίδι, όλους μόλις αγουροξυπνημένους από τον βαθύ ύπνο στον οποίο αναγκάσθηκαν να περιπέσουν με θολό το κεφάλι από τον ρόγχο του τέρατος που αγωνιζόταν επί ώρες να φθάσει στον προορισμό του χωρίς να του επιτραπεί να ξεκουραστεί καθ’ οδόν έστω και για λίγο. Πιστεύω να είναι η τελευταία στροφή, η τελευταία φιγούρα που του επιβάλλει ο πύργος ελέγχου για να του επιτρέψει να φιλήσει το χέρι της πολυπόθητης γης. Αλλά πού είναι η γη και πού ο ουρανός; Πότε στα δεξιά μου η λίμνη, πότε αριστερά μου, πότε πλήθος από φώτα κάτω από τα πόδια μου και πάει λέγοντας. Επί τέλους βρισκόμαστε στην τελική ευθεία, η λίμνη έχει απλώσει την ποδιά της στο άπειρο και μας περιμένει. Τεράστια, όσο η μισή Ελλάδα, η μεγαλύτερη της Αφρικής, δίνει τα χέρια για να συναδελφώσει τρεις χώρες, την Ουγκάντα, την Τανζανία και την Κένυα, και κρατάει στην αγκαλιά της 3 000 νησιά. Τέταρτη κατά σειρά μεγέθους στον κόσμο αλλά πρώτη σαν τροπική λίμνη επάνω στην γη.
Ένα ισχυρό τράνταγμα κάτω από τα πόδια μου σκορπάει τα νούμερα και τα μεγέθη και αποσυντονίζει τον νου. Τρέχουμε τώρα στον αεροδιάδρομο και φρενάρουμε ακατάπαυστα. Ήδη συγκαταλεγόμεθα στους κατοίκους της Καμπάλα, πρωτεύουσας της Ουγκάντα. Αεροδρόμιο Έντεμπε, αεροδρόμιο θρύλος. Καθώς περιμένουμε να δοθεί η εντολή να αποβιβασθούμε, βλέπω έξω το ήρεμο τοπίο, το απέριττο άδειο αεροδρόμιο, τις απλές κτηριακές εγκαταστάσεις και διερωτώμαι: Εδώ ήταν που συνέβησαν τα γεγονότα του 1976, πέρασαν ήδη τόσα χρόνια; Ανήκει πλέον στην ιστορία αυτός ο αιμοσταγής, παρανοϊκός δικτάτορας Αμίν Νταντά που είχε κάνει μεγαλύτερο κακό στη χώρα του από ότι οι άθλιοι αποικιοκράτες; Καλοκαίρι ήταν και τότε, όταν εκδηλώθηκε αεροπειρατεία στον εναέριο χώρο της Ελλάδας σε ένα airbus A300 της Air France. Η χώρα μας δεν έδωσε τότε άδεια ανεφοδιασμού του και κατάληξε στο αεροδρόμιο της Βεγγάζης της Λιβύης, που ήταν υπό τον έλεγχο μίας άλλης τερατογένεσης, που λεγόταν Καντάφι. Από εκεί κατάληξε στο αεροδρόμιο της Καμπάλα, που βρισκόμαστε τώρα, με 4 αεροπειρατές (2 Παλαιστίνιους και 2 Γερμανούς), που κρατούσαν όμηρους τους 248 επιβάτες και το 12μελές πλήρωμα. Οι Ισραηλινοί έκαναν τότε την επιχείρηση του αιώνα. Με 100 κομάντος που μετάφεραν εκεί 4 αεροπλάνα τύπου C-130 κατάφεραν να απελευθερώσουν τους ομήρους με ελάχιστες απώλειες. Τρεις κινηματογραφικές ταινίες γυρίστηκαν τότε αποθανατίζοντας το γεγονός και έκαναν θραύση. Σαν να βλέπω να κατεβαίνουν τώρα για τα γυρίσματα της ταινίας «Νίκη στο Έντεμπε» από το μοναδικό αεροπλάνο που υπάρχει παρκαρισμένο εδώ ο Άντονι Χόπκινς, ο Μπαρτ Λάγκαστερ, δίπλα του η Ελίζαμπεθ Ταίηλορ και πίσω ο Ρίτσαρντ Ντρέϊφους.
Η αναγγελία από το μεγάφωνο, ότι αρχίζει η αποβίβαση, τους έκανε όλους καπνό με αποτέλεσμα να τους χάσω από τα μάτια μου. Το αεροδρόμιο μέσα παντελώς άδειο, όλο δικό μας. Τώρα βλέπω στην άκρη μία ομάδα ιθαγενών να κάθονται όλοι στο πάτωμα και να περιμένουν στωικά τις διαδικασίες εξόδου. Θα είναι από το μοναδικό άλλο αεροπλάνο που βρίσκεται έξω. Παρά την έλλειψη κίνησης η καθυστέρηση είναι αρκετά μεγάλη, διότι οι διαδικασίες δεν είναι αυτές που συναντάμε στα Ευρωπαϊκά κράτη. Συμπλήρωση χαρτιών, έλεγχος εδώ, έλεγχος πιο κάτω, αποτυπώματα δακτύλων και παλάμης και στα δύο χέρια, ερωτήσεις για το πού θα μείνουμε, κάρτα εμβολίων, κλπ, κλπ.
«Φτου ξελευτερία για όλους», πώς μου ήλθε τώρα αυτό στο νου; Έχουμε βγει όλοι έξω και προχωράμε στο πίσω μέρος που βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης. Ερημιά πλήρης, άλλωστε είναι ήδη 2.30 μετά τα μεσάνυχτα, αλλά ο φωτισμός επαρκής. Αρκετά αυτοκίνητα παρκαρισμένα και όλα σιωπηλά εκτός από ένα, που η πετρελαιομηχανή του δουλεύει έτσι, σαν να σου ζητάει λίγα ευρώ για να τα δώσει να επισκευασθεί: You are welcome father, how are you. Oh! Father, I don’t believe what I am seeing. Καλώς ορίσατε πάτερ, πώς είσθε; Ω!, πάτερ, σας βλέπω και δεν πιστεύω στα μάτια μου. Τέσσερα πρόσωπα ξεπετάχθηκαν από το πουθενά μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη που είδαν τον π. Βασίλειο και την ακολουθία του. Τέσσερα πρόσωπα μαύρα, με τις ολόμαυρες στολές των Ορθόδοξων ιερέων, μέσα στη σκοτεινή νύχτα και να σου χαμογελούν συνεχώς αφήνοντας να φανούν τα κάτασπρα δόντια τους και οι ολόλευκοι μεγάλοι λευκοί βολβοί των οφθαλμών τους. Πόσο λίγη αγάπη ζητούν αυτοί οι άνθρωποι για να σου χαρίσουν την αύρα της λευκής ψυχής τους αφήνοντάς την να περάσει άδολα μέσα από την ματωμένη σκοτεινή ιστορία τους!
Η χαρά του π. Ιωάννη γίνεται φραγμός, κάθεται μπροστά μας, συνεχώς γελάει και μας ρωτάει για το ταξίδι. Εγώ για να είμαι σίγουρος μέσα σε αυτή την ερημιά, σκύβω να πιάσω τη βαλίτσα μου αλλά με τρόμο διαπιστώνω ότι λείπει καθώς και όλες οι άλλες. Τις έχουν πάρει οι δύο ιερείς και τις κουβαλούν στο αυτοκίνητο. Τους προλαβαίνουμε και τις αποσπάμε από τα χέρια τους παρά τις αντιδράσεις τους, αν είναι δυνατόν ένας ιερέας να κουβαλάει τις αποσκευές μας! Και αυτός ο επίσκοπος! Τέσσερις είμαστε όλοι και όλοι και έστειλε τέσσερις να μας υποδεχθούν! Εάν ήμαστε δεκατέσσερις τι θα έκανε; Όλοι τώρα μέσα στο μικρό βαν, στο μικρό λεωφορειάκι των οκτώ θέσεων, (εσύ να υπολογίζεις δώδεκα με τη διευθέτηση των καθισμάτων), όλοι, οι τέσσερις εμείς και οι τρεις ιερείς μαζί με τον οδηγό, που τρέχει μέσα σε ένα δρόμο με ελάχιστη κίνηση και αρκετά καλή κατάσταση οδοστρώματος, παρά τις φανταστικές επιφυλάξεις μας. Ο π. Ιωάννης συνεχώς συζητάει με τον π. Βασίλειο, ούτε αδέλφια νάτανε που είχαν καιρό να ιδωθούν. Τι απλός άνθρωπος, όταν περάσαμε μετά από δύο ημέρες από την ενορία του και είδαμε το σπουδαίο έργο που έχει επιτελέσει, τότε καταλάβαμε το μεγαλείο του.
Τα μάτια μας ορθάνοιχτα, για να στέλνουν στον αμφιβληστροειδή όσες πιο πολλές εικόνες προλαβαίνουν και αυτές εναλλάσσονται συνεχώς, η μία τελείως αντίθετη της άλλης, δημιουργώντας σου πρόβλημα και καθιστώντας σε ανίκανο να βγάλεις άμεσα συμπεράσματα. Το ωραίο τοπίο στην περιοχή του αεροδρομίου με τα μεγάλα επιβλητικά δένδρα δεξιά και αριστερά του δρόμου και τις ανταύγειες της λίμνης στο βάθος αντικαταστάθηκε ήδη από άλλο πιο φτωχό και σκοτεινό. Επόμενο ήταν, η περιοχή του αεροδρομίου, απ’ ότι μάθαμε, είναι από τις πιο ακριβές της χώρας. Έτσι λοιπόν το οδόστρωμα μετά από λίγα χιλιόμετρα εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με τις γνωστές σε όλους μας λακκούβες, το φθαρμένο τάπητα και τα νεροφαγώματα. Κανένα οίκημα από εδώ και πέρα δεν μοιάζει με τα λιγοστά ωραία της περιοχής του αεροδρομίου. Όλα μικρά, ασοβάντιστα, βρώμικα, ερειπωμένα, μέσα σε ένα άθλιο περιβάλλον που το αποτελούν δρόμοι λασπωμένοι, γεμάτοι πέτρες και σκουπίδια. Τα μαγαζιά όλα κλειστά και όταν λέμε μαγαζιά, θα πρέπει να τα δει κανείς για να καταλάβει, ότι η λέξη που χρησιμοποιούμε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρά ταύτα συναντάς στο δρόμο καροτσάκια να πωλούν ή να ψήνουν κάτι, δεν ξέρω και εγώ τι, και αρκετοί γύρω από αυτά να συζητούν, να αγοράζουν και να τρώνε, παρά το ότι η ώρα είναι 3.30 το πρωί.
Ήδη μπήκαμε στην συνοικία που βρίσκεται η Μητρόπολη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Καμπάλα. Στρίβουμε από εδώ και από εκεί σαν τρελοί για να κερδίσουμε χρόνο, λες και αν μας προλάβει η αυγή θα μας βλάψει. Μπροστά στα μάτια μας ξεπετάγονται μάντρες ψηλές, βρώμικες, μισοκατεστραμένες, με εναπομείναντα επάνω τους χρώματα και γράμματα της προηγούμενης τριακονταετίας, σπίτια με χάσκοντα κουφώματα, μαγαζιά σκοτεινά με τα σκουπίδια απέξω και τις πραμάτειες από μέσα, όποιες και όσες και αν είναι αυτές, καρότσια ξεχαρβαλωμένα και σκοτεινές γωνιές του δρόμου από σπασμένες λάμπες του δημοτικού φωτισμού.
Ένα απότομο φρενάρισμα, στροφή δεξιά, η πρώτη ταχύτητα στη μηχανή και το αυτοκινητάκι αρχίζει να ανεβαίνει μία απότομη ανηφόρα κατευθυνόμενο προς την κορυφή του λόφου. Το ταξίδι αλλάζει χροιά, οι εντυπώσεις μεταβάλλονται αλλά όλα τελειώνουν απότομα. Ήδη φθάσαμε στο τέρμα και το μικρό όχημα έχει παρκάρει με σβηστή τη μηχανή μπροστά στον μητροπολιτικό ναό. Είναι νύχτα αλλά ο όγκος του διαγράφεται τέλεια στο φόντο του ουρανού. ‘Ένα γνώριμο σχήμα, ένα οικείο κατασκεύασμα σε αυτόν τον ξένο τόπο, ένα ανθρώπινο μνημείο που με την ψυχή που του εναποθέτει μέσα η πίστη ενώνει την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με τον Θεό, τους απανταχού της γης ανθρώπους μεταξύ τους, όπως είμαστε εμείς τώρα έξω από το μικρό βαν που περιμένουμε να μας οδηγήσουν στα καταλύματά μας.
Μέσα από τις πρασινάδες και τα γραφικά τοπικά δρομάκια ξεπροβάλλουν σκιές, άλλες με ράσα και άλλες με πολιτική περιβολή, που μας χαιρετούν εγκάρδια κρατώντας το χέρι μας στη χούφτα τους και έχοντας το άλλο επάνω από το δικό μας με ταυτόχρονη κάμψη του γόνατός τους εις ένδειξη τιμής και σεβασμού. Περίμεναν άγρυπνοι τον ερχομό μας, μας οδηγούν στα καταλύματά μας, δίνουν τις δέουσες οδηγίες και φεύγουν. Δύο μπουκάλια σφραγισμένο νερό στο δωμάτιο του καθενός, σύσταση αυστηρή να κοιμηθούμε κάτω από την κουνουπιέρα, τα κλειδιά στο χέρι … και καληνύχτα. Μόνοι μας τώρα ανταλλάσσουμε επισκέψεις όχι τυπικές ούτε από φιλοφρόνηση. Είναι επισκέψεις προσφοράς βοήθειας όπως σε εμπόλεμη κατάσταση. Σκοτώνουμε όλοι μαζί τα εναπομείναντα κουνούπια στο δωμάτιο του καθενός, αλείφουμε ο ένας τον άλλο με υγρά απωθητικά των κουνουπιών, χορηγούμε κάτι αναγκαίο που παράλειψε κάποιος να πάρει ή που ξέχασαν οι ντόπιοι να του το δώσουν, και … ο καθένας στο κρεβάτι του, ήδη η ώρα είναι 4,30 πρωινή. Όταν γυρίσουμε στην Ελλάδα και θελήσουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα με τη σειρά, ποια επικεφαλίδα θα βάλουμε στην ιστορία μας; Η πρώτη ημέρα στην Ουγκάντα ή η πρώτη νύχτα;

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ (2)

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί
ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ 20 – 5 -2011

Ένα εξαίσιο αφρικάνικο πρωινό, ήσυχο, γεμάτο χρώματα και φως. Η ώρα είναι περίπου επτά, πολύ νωρίς ακόμη για να αρχίσει το ημερήσιο πρόγραμμα. Το δωμάτιο που φιλοξενούμαι απλό, με δύο κρεββάτια και δύο καρέκλες τα μόνα του έπιπλα, δεν έχει την δύναμη να με κρατήσει κοντά του. Έξω όμως καραδοκεί ο μέγιστος κίνδυνος, τα κουνούπια που έχουν μέσα στο αίμα τους την ελονοσία, και είναι πρόθυμα να σου την μεταδώσουν χωρίς να σε ρωτήσουν και χωρίς να σε λυπηθούν. Μας έχουν προειδοποιήσει οι ντόπιοι, ότι η εξόρμησή τους γίνεται κυρίως δύο φορές την ημέρα, στις έξι με επτά το πρωί και την ίδια ώρα το απόγευμα. Όχι ότι την υπόλοιπη ημέρα είσαι κατοχυρωμένος, αλλά αυτές τις ώρες θα πρέπει να αποφεύγεις κατά το δυνατόν να εκτίθεσαι στον κίνδυνο, εάν δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη. Δύο βήματα πίσω και ξανακάθομαι στην καρέκλα, όπως ακριβώς και χθες αλλά η ώρα δεν περνά εύκολα ούτε και ευχάριστα. Για να ακριβολογούμε μάλιστα, ακόμη και μέσα στο δωμάτιο δεν είσαι εξασφαλισμένος 100%, εάν δεν μπεις κάτω από την κουνουπιέρα. Και τότε έρχεται η μεγάλη απόφαση, δεν θα παραστήσω τη νύφη πρωί πρωί, θα βγω έξω. Αλείφομαι με autan, φοράω πουκάμισο με μακριά μανίκια και ανοίγω την πόρτα κρατώντας την πλαστική πολυθρόνα που βρισκόταν μέσα.
Ήδη κάθομαι και απολαμβάνω την πρωινή δροσιά. Τα κουνούπια, απ’ ότι φαίνεται, δεν καταδέχθηκαν να με επισκεφθούν, εκτός εάν το έκαναν τόσο διακριτικά χωρίς να το αισθανθώ, θα έχουν οπωσδήποτε προοδεύσει αρκετά και αυτά , όπως οι άνθρωποι, το κακό θα το κάνουν τόσο ήπια, τόσο όμορφα, τόσο ύπουλα, που δεν θα το καταλαβαίνει κανείς. Τα καταλύματα των επισκεπτών έχουν κτισθεί κυκλικά και μαζί με την τραπεζαρία σχηματίζουν ένα πλήρη κύκλο με ένα ανοικτό αίθριο στη μέση φυτεμένο με γκαζόν, το μόνο χόρτο δημιουργημένο από ανθρώπινο χέρι σε όλη την γύρω περιοχή. Δύο τεράστια άλμπατρος, πουλιά όσο μία μεγάλη γαλοπούλα, κάθονται στην στέγη και υποκαθιστούν τα αγάλματα που λείπουν παντελώς σε αυτό το τόσο φτωχό περιβάλλον. Μία πρωινή δροσερή αύρα χαϊδεύει φιλικά το πρόσωπό μου, όχι κάτι το ασυνήθιστο εδώ που βρισκόμαστε. Η Ουγκάντα βρίσκεται πολύ κοντά στον Ισημερινό με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν εδώ εποχές και οι ημέρες να είναι ίσες με τις νύχτες καθ’ όλην την διάρκεια του έτους. Ένα αιώνιο ήπιο καλοκαίρι επικρατεί παντού, του οποίου την ηρεμία σχίζουν σχεδόν καθημερινά οι κεραυνοί με τις ξαφνικές καταιγίδες, που κατεβάζουν αφάνταστες ποσότητες νερού σε αυτή την χώρα που αιώνες τώρα διψά και δεν έχει να πλυθεί. Μία τέτοια καταιγίδα την ζήσαμε χθες το βράδυ κοντά τα μεσάνυχτα. Ήταν τόσο το νερό που έπεφτε, που νόμιζες ότι θα υποχωρήσει κάτω από το βάρος του η στέγη του κτηρίου που μέναμε, η δε θέα από το παράθυρο σού άφηνε την εντύπωση ότι βρισκόσουν μέσα σε ενυδρείο.
Καλημέρα. Χαιρετισμός στα ελληνικά από ένα ντόπιο, κάτι που χωρίς να το θέλεις σε κάνει να συγκινείσαι. Καλημέρα, ανταποκρίνομαι και εγώ υπομειδιώντας. Είναι ένας νέος καμιά τριανταριά χρονών με ροζ πουκάμισο, τον οποίο είχαμε γνωρίσει χθες, χωρίς να είμαι και τόσο σίγουρος. Έρχεται προς το μέρος μου αλλά επειδή δεν με είδε και πολύ διαχυτικό, έχει ήδη στρίψει και φεύγει. Λάζαρε εσύ; Μάλιστα, και αυτό στα ελληνικά. Πράγματι είναι ο Λάζαρος, αυτόν που είχε υποψιασθεί ο Μητροπολίτης ως υπαίτιο μιας μικροκλοπής που έγινε το προηγούμενο βράδυ, αλλά όπως θα αποδειχθεί εκ των υστέρων ο άνθρωπος είναι αθώος. Τρομοκρατημένος ο Λάζαρος γυρίζει μέσα στην αυλή και δεν έχει ησυχία, περιμένει από εμένα να του απευθύνω έστω ένα λόγο, έστω μία επίπληξη για να βρει το δικαίωμα να απολογηθεί μέχρις ότου έλθει ο Μητροπολίτης αλλά η συμπεριφορά μου, χωρίς εγώ να το καταλάβω, τον απογοήτευσε. Μετανοιωμένος γύρισα το κεφάλι μου να τον προλάβω προτού απομακρυνθεί από κοντά μου αλλά ο δυστυχής Λάζαρος … το έχει προβλέψει, βρίσκεται δίπλα μου και περιμένει γονατιστός μέχρι να του απευθύνω τον λόγο. Σοκαρίστηκα, δεν περίμενα τέτοια συμπεριφορά. Σηκώνομαι αμέσως, τον πιάνω από τον ώμο και προχωρούμε φιλικά μέχρι την εξώπορτα του κτηριακού συγκροτήματος.
Εν τω μεταξύ έχει ξυπνήσει και ο παπα Βασίλης και παρέα τώρα βγαίνουμε για μια βολτούλα μέχρι να ετοιμαστούν και οι άλλοι. Φθάνουμε έξω από τον ναό, ο οποίος βρίσκεται στην κορυφή του μικρού λοφίσκου που δεσπόζει στον χώρο της Αρχιεπισκοπής. Λοξά αριστερά, όπως βρίσκεται κανείς μπροστά από την είσοδό του, αρχίζει ο κατηφορικός δρομάκος που περνά μπροστά από τα σπίτια των ιερέων. Ένα δωμάτιο για κάθε ιερατική οικογένεια με πλήθος από παιδιά εκάστη, ένα δωμάτιο ασοβάτιστο, με ένα τεράστιο σκαλοπάτι μπροστά που το έχει μεγαλώσει το νεροφάγωμα του δρόμου αλλά δωμάτιο που διαθέτει ηλεκτρικό φως, κάτι που στερούνται τα γύρω σπίτια. Οι δύο από τις τρεις παπαδιές που στεγάζονται στα τρία αυτά δωμάτια βρίσκονται έξω με τα παιδιά τους. Η μία πλένει ρούχα μέσα σε μία πλαστική λεκάνη αλλά μόλις αντικρίζει τον παπα Βασίλη πέφτει στα γόνατα και κατευθύνεται προς το μέρος του, για να του φιλήσει το χέρι. Η κατάπληξή μου στην τόση ευσέβεια και συνάμα ταπείνωση της παπαδιάς μπροστά στον ιερέα μετατράπηκε σε έκπληξη και αμηχανία, όταν την είδα να συνεχίζει γονατιστή να έρχεται και προς εμένα για να με χαιρετίσει. Της δίνω βέβαια το χέρι για να μη την προσβάλω και αμέσως απομακρύνομαι, πλησιάζω τον π. Βασίλειο, κάθομαι μαζί του στο πεζούλι του σπιτιού και αρχίζουμε να παίζουμε με τα παιδιά.
Δεύτερο γονάτισμα λοιπόν, και αυτό σε διάστημα λίγης ώρας, αλλά το νοιώσαμε σαν κτύπημα στο πρόσωπο. Η αντίδρασή μας ήταν ευγενική, έδειχνε όμως ότι τουλάχιστον μας ξένισε μια τέτοιου είδους συμπεριφορά. Μετά από αυτά τα περιστατικά άρχισα χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνω να παρατηρώ καλλίτερα τα πράγματα και να διαβλέπω μέσα τους στοιχεία και κατάλοιπα που έχουν μείνει από το παρελθόν στο υποσυνείδητο αυτών των ανθρώπων. Το τέρας της αποικιοκρατίας ζούσε ακόμη, το θηρίο της καταπίεσης των συνανθρώπων μας ήταν ακόμη ζωντανό, όσο και αν δεν θέλαμε να το πιστέψουμε! Τα αδέλφια μας οι Ουγκαντέζοι έχουν ένα δέος απέναντι στον λευκό Ευρωπαίο που το εκφράζουν με αυτή την συμπεριφορά τους. Δεν είναι τυχαίο, το ότι δεν γονατίζουν μπροστά σε κανένα ομοεθνή τους, δεν είναι τυχαίο το ότι δεν ντρέπονται να φαίνονται γονατιστοί μπροστά σε ένα λευκό στα μάτια των ομοεθνών τους! Η καταπίεση την οποία έχουν υποστεί οι προηγούμενες γενεές έχει διαποτίσει την ψυχή τους και ο τρόμος τον οποίο έχουν εμποιήσει στους παππούδες και τους γονείς τους οι αποκαλούμενοι πολιτισμένοι και χριστιανοί λευκοί, δεν έχει ξεριζωθεί ακόμη από τις ψυχές τους. Η προσφορά μας λοιπόν δεν θα είναι τόσο απλή όσο υπολογίζαμε, έχουμε να αντιμετωπίσουμε σοβαρότερα και πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα που παρουσιάστηκαν έξαφνα μπροστά μας
Η ολιγόλεπτη παραμονή μας εκεί, το παίξιμο με τα παιδιά, οι καραμέλες που τα κεράσαμε και η συζήτηση με τις παπαδιές άμβλυναν τις οξείες προηγούμενες εντυπώσεις και δημιούργησαν το απαραίτητο ηθικό ισοζύγιο που μας επέτρεψε να αποχωρήσουμε σαν φίλοι και όχι σαν ανώτεροι προς κατώτερους. Το αμάξι ήδη έχει φθάσει και βρίσκεται παρκαρισμένο έξω από το προαύλιο της Εκκλησίας. Δυστυχώς σήμερα θα χωρισθούμε οι ιερείς από τους γιατρούς, οι πρώτοι θα μιλήσουν στους κληρικούς της Μητρόπολης και εμείς θα πάμε στα χωριά. Η δουλειά μας να γίνει σωστά και όχι ότι μας ευχαριστεί περισσότερο, αλλά σαν κάτι να μας φταίει. Τη λύση την δίνει ο παπα Βασίλης κόβοντας το πρόβλημα με το μαχαίρι. Κώστα, εάν συμφωνείς και εσύ και ο Λεωνίδας, προτείνω να μας περιμένετε να τελειώσουμε την ομιλία στους ιερείς και μετά να φύγουμε όλοι μαζί για τα χωριά, ότι καλλίτερο για όλους.
Μέσα στο ναό τώρα ένα διαφορετικό περιβάλλον, μία άλλη εικόνα που γεννά πλήθος νέων εντυπώσεων. Ησυχία απόλυτη, ελάχιστος φωτισμός, προσέλευση λίγων και εκλεκτών. Μέχρι να αρχίσει η ομιλία εστιάζεις σε μερικά επουσιώδη, που μερικές φορές σου μιλούν πιο άμεσα. Δεξιά όπως εισέρχεσαι βρίσκεται το παγκάρι με τα κεριά, ποια κεριά όμως; Καμιά δεκαριά και αυτά το ένα πιο στραβό από το άλλο! Αριστερά ένας επιτάφιος, ύφασμα κεντημένο, με το όνομα του δωρητού γραμμένο με τόσο μεγάλα γράμματα, που είσαι σίγουρος ότι ο πιστός αυτός που τον δώρισε, βρήκε τον τρόπο να πληρωθεί άμεσα και με το παραπάνω! Στο βάθος δεξιά μία κολυμβήθρα σε κανονικό μέγεθος και μία άλλη τεράστια, σήμα κατατεθέν ότι βρισκόμαστε σε περιοχή, όπου γίνονται και βαπτίσεις ενηλίκων.
Ησυχία τώρα, άρχισε η ομιλία. Ο π. Βασίλειος διαβάζει ελληνικά και βιώνει την μεγάλη χαρά να έχει δίπλα του ιερέα τον γιο του για να τα μεταφράζει στα αγγλικά. Λίγο ακατανόητο αυτό για αρκετούς που γνωρίζουν πόσο καλά κατέχει την αγγλική γλώσσα αλλά η απάντηση δεν άργησε να δοθεί σε όλους. Ο π. Βασίλειος δεν θα μπορούσε να εκφράσει τόσο καλά στα αγγλικά όλα αυτά τα σπουδαία που ανάφερε, εάν δεν είχε τον π. Σπυρίδωνα να του τα μεταφέρει όχι μόνο σωστά στην ξένη γλώσσα αλλά τις περισσότερες φορές βελτιωμένα και εκφρασμένα με δόκιμους θεολογικούς όρους. Η αποδοχή από τους ιθαγενείς ιερείς είναι κάτι πάρα πάνω από το αναμενόμενο. Αρκετοί κρατούν σημειώσεις, μερικοί θέτουν σεμνά ερωτήσεις και ο πιο αξιόλογος, ο καθηγητής τους ο π. Ιωάννης, δεν μιλά καθόλου. Καθηγητής στην Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστώνη επί εξαετία, τα παράτησε όλα και ήλθε με την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πατρίδα του, θυσία στο βωμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουγκάντα. Άκουσε συνεπαρμένος την ομιλία, και αυτός ο σοφός άνθρωπος είχε την διάκριση και την ταπείνωση να μη θέσει κανένα ερώτημα, να μην κάνει καμία προσθήκη, κανένα σχόλιο, τιμή όλα αυτά και σεβασμός προς τους Έλληνες ιερείς και ταυτόχρονα τιμή και στον ίδιο για την ανωτερότητα του χαρακτήρα του και το πολιτιστικό του επίπεδο.
Ήδη ταξιδεύουμε και το εσωτερικό και εξωτερικό τοπίο είναι ήδη γνωστό, λες και βρισκόμαστε μήνες εδώ πέρα, τι απλή που είναι η ζωή! To οκταθέσιο βαν που έχει το θράσος να παρουσιάζεται σαν δωδεκαθέσιο δεν σκοτίζεται για την άνεσή μας, πολλώ μάλλον για τις συνθήκες υγιεινής που επικρατούν μέσα σε αυτό. Οι χωματόδρομοι χαραγμένοι από τα νερά της βροχής, μία κοσμοπλημμύρα στις κατά τόπους αγορές επί της εθνικής οδού, τα ζώα δίπλα στους ανθρώπους και οι κάθε είδους τροφές να πουλιούνται μέσα στη σκόνη και χωρίς συσκευασία, λέξη ακόμα άγνωστη στις αγορές της Ουγκάντα. Και πάλι μπροστά μας το χωριό, ένα χωριό που από λεπτότητα μας έκρυψε και αυτό τα σπίτια μέσα στη ζούγκλα και μας άφησε να καμαρώνουμε μόνο το σχολείο και πιο κάτω στο βάθος την Εκκλησία.
Οι ασθενείς περιμένουν στωικά σε μία αίθουσα του σχολείου καθισμένοι στο πάτωμα. Κανένας τους δεν είναι ανήσυχος, αν και περιμένουν ώρες. Τα μωρά που θα δημιουργούσαν πρόβλημα έχουν τακτοποιηθεί, όλα τρώνε το μεσημεριανό στην ώρα τους. Οι μανάδες έχουν βγάλει το στήθος τους και τα ταΐζουν κανονικά. Και αρχίζει πάλι η εξέταση με τον ίδιο ρυθμό, με την ίδια τεχνική και με την ίδια βοήθεια των ντόπιων και των δικών μας. Τα γάντια που φοράμε κατά την εξέταση των ασθενών αντικαθιστούν το νερό και το σαπούνι, η γωνιά του δωματίου έχει ήδη καταστήσει αχρείαστο τον σκουπιδοτενεκέ, που έχει εγκατασταθεί μόνο στα γραφεία της πόλης και αρνείται να κάνει την εμφάνισή του στα χωριά. Πού θα τα πετάξω αυτά Κώστα; Πίσω σου είναι ο σκουπιδοτενεκές παπα Βασίλη, πρόσεχε όμως να πέσουν μέσα! Το σκωπτικό με τον αυτοσαρκασμό είναι η φιλοσοφία της ζωής. Η εξέταση συνεχίζεται και συλλαμβάνω τον παπα Σπύρο να θέλει να μου πάρει την τέχνη, έχει μάθει να γράφει συνταγές και λίγο θέλει να εξετάζει κιόλας τους ασθενείς, αλλά δεν θα του κάνω την χάρη!
Μία μητέρα κρατάει δύο μικρά στην αγκαλιά της, δύο τριών ετών. Τα εξετάζω και μας δίνει να καταλάβουμε ότι θέλει και η ίδια να εξετασθεί, καμία αντίρρηση. Ένα κοριτσάκι όμως μπροστά μου, οκτώ δέκα χρονών, δείχνει σαν να μην έχει ολόκληρα τα πόδια, είναι πολύ κοντό για την ηλικία του αλλά κανονικά ανεπτυγμένο, περιμένει δε στωικότατα να έλθει η σειρά του για να εξετασθεί. Του κάνω αμέσως νόημα να πλησιάσει και το βλέπω να με προσεγγίζει γονατιστό! Το τρίτο γονάτισμα μέσα σε μία ημέρα, γι’ αυτό το έβλεπα τόσο κοντό! Τίποτε πια δεν με κρατάει, παραμερίζω όλους τους άλλους και το παίρνω κοντά μου. Το κρατώ δίπλα μου την ώρα που εξετάζω τους υπόλοιπους και αυτό ζει τώρα ένα όνειρο. Τα μωρά δεν καταλαβαίνουν τι θα πει λευκός και η συμπεριφορά τους είναι αυθόρμητη, οι μεγάλοι όμως τον έχουν αισθανθεί στο πετσί τους μέσω των βιωμάτων των προγόνων τους και τα στίγματα της απρεπούς συμπεριφοράς του τα φέρουν ακόμη στο υποσυνείδητό τους, η μικρή όμως; Δεν ξέρει πώς να φερθεί, πάντως κάτι έχει καταλάβει και αυτή, ότι δηλαδή θα πρέπει να στέκεται με δέος μπροστά στους ανθρώπους που έχουν διαφορετικό χρώμα από αυτούς, έστω δυστυχώς και αν αυτοί είναι χριστιανοί. Σήμερα όμως έμαθε κάτι σπουδαίο, ότι αυτοί την αγαπούν, ότι αυτοί την δέχονται κοντά σαν να είναι παιδί τους, ότι αυτά που λένε τα πιστεύουν και τα τηρούν πρώτα οι ίδιοι. Η αίσθηση της μικρής αυτής ότι βρίσκεται στην αγκαλιά του λευκού Έλληνα γιατρού, έστω και ας μη την ακουμπά, του ανθρώπου που είναι τόσο διαφορετικός από αυτήν αλλά την αγαπά σαν να είναι παιδί του, αυτή η αίσθηση ίσως μείνει για πάντα στην ψυχή της. Μη μας φαίνεται περίεργο, οι περισσότεροι έβλεπαν λευκό άνθρωπο για πρώτη φορά στην ζωή τους. Οι μισοί από αυτούς σήμερα περπάτησαν δύο ώρες δρόμο μέσα στη ζούγκλα κουβαλώντας τα μωρά τους στην πλάτη άρρωστα, με πυρετό, όταν έμαθαν ότι ήλθαν στα μέρη τους Έλληνες γιατροί!
Όσο ευμετάβλητος είναι ο μικρός, τόσο ο μεγάλος είναι επιφυλακτικός και δύσπιστος, και δίκαιο έχει. Μία αξεπέραστη δυσκολία είναι η αναπάντεχη συμπεριφορά του απέναντί μας, συμπεριφορά η οποία δεν υποκρύπτει περιφρόνηση ούτε βέβαια και φόβο αλλά εκφράζει το δέος προς τον λευκό ξένο άνθρωπο, όπως ακριβώς τον εκφράζει και το γονάτισμα. Βλέπεις χαρακτηριστικά τον ηλικιωμένο ή τον νέο και την νέα να μιλούν πρόσωπο προς πρόσωπο με τον δάσκαλο ή τον ιερέα που λειτουργεί σαν μεταφραστής τους, βλέπεις την έκφραση του προσώπου και των δύο να μαρτυρεί αγάπη, κατανόηση και συμπόνια, βλέπεις και νεαρές γυναίκες να μη διστάζουν να ξεκουμπώσουν το φουστάνι τους παρουσία των άλλων για να εξετασθούν, αλλά τι δεν βλέπεις; Το βλέμμα τους να διασταυρώνεται με αυτό του λευκού γιατρού! Είναι κάτι που μας τρελαίνει. Όσες προσπάθειες και αν καταβάλουμε τίποτε δεν κατορθώνουμε, εκτός από μία δύο περιπτώσεις. Πολλούς, άνδρες βέβαια, αναγκάζομαι να τους πιάνω από το σαγόνι, για να στρέφω το πρόσωπό τους προς εμένα και να τους αναγκάζω έτσι να με κοιτάζουν κατά πρόσωπο. Και πάλι κανένα αποτέλεσμα, το κεφάλι γυρίζει χωρίς αντίσταση αλλά το βλέμμα παραμένει προσηλωμένο στο σημείο που το είχαν στυλώσει προηγουμένως. Δεν είναι δυνατόν κανένας τους να διανοηθεί, ότι θα μπορούσε να μιλάει στον λευκό γιατρό με την ίδια άνεση που μιλάει στον ομοεθνή του, έστω και αν αυτός ο γιατρός είναι χριστιανός και υποτίθεται ότι είναι αδελφός τους ισότιμος κατά πάντα.
Τελικά ο πάγος σπάει, είναι ένας νεαρός γύρω στα είκοσι πέντε. Ήλθε με την αίσθηση ότι πάσχει από δέκα νοσήματα και είναι όλα ψυχοσωματικά, πράγμα που του το εξηγούμε. Γέρνω όσο μπορώ για να με δει κατά πρόσωπο αλλά αυτός κοιτάζει συνεχώς κάτω, τον πιάνω από το σαγόνι και του στρίβω το κεφάλι προς εμένα αλλά το βλέμμα του έχει καρφωθεί στην πρώτη του θέση. Ευτυχώς γνωρίζει αρκετά αγγλικά, λίγο περισσότερα από εμένα! Του πιάνω λοιπόν το χέρι, τον ταρακουνώ ολόκληρο και τον ρωτώ έντονα: Τελικά θέλεις φάρμακα για την αρρώστια σου; Yes doctor, είναι η αυθόρμητη απάντησή του. Πάρε τα λοιπόν και φύγε. Του ανοίγω τη χούφτα και του βάζω μέσα τρεις τέσσερις καραμέλες. Αυτό ήταν. Όταν τις βλέπει υποχωρούν αυτόματα όλες οι αντιστάσεις. Ο νεαρός με βλέπει κατά πρόσωπο, γελά και φεύγοντας μας χαιρετά χαρούμενος όλους. Ήταν μία απροσδόκητη θεραπεία, μία επιτυχία που την χαρήκαμε όλοι μας, ένα άλλο επίπεδο επικοινωνίας, μία σκληρή επίγνωση των αφάνταστων δυσκολιών που υποκρύπτονται πίσω από κάθε φαινομενικά απλή εξέταση αλλά και μία ευχάριστη εμπειρία των αγαθών αποτελεσμάτων που μπορεί να έχουν οι προσπάθειές μας, όταν είναι καρπός αγάπης.
Τι να πρωτοπείς, πού να εστιάσεις περισσότερο, τι να καταγράψεις στην μνήμη σου σαν το πλέον σημαντικό; Εδώ έρχονται τα πάνω κάτω, εδώ τα ασήμαντα αποδεικνύονται πιο σημαντικά, εδώ τα δευτερεύοντα κλέβουν καθημερινά την παράσταση, οι κλασσικές συμπεριφορές ανατρέπονται, οι δοκιμασμένες θεραπείες αποδεικνύονται ανεπαρκείς, οι διανθρώπινες σχέσεις περνούν αναγκαστικά μέσα από το φίλτρο της συμπεριφοράς των προγόνων μας! Πόσο λοιπόν πιο ενδιαφέροντα είναι τα πράγματα από αυτά που περιμέναμε να δούμε, πόσο πιο απλά μας τα είχανε περιγράψει; Πόσο μεγάλη υποχρέωση έχει ο πιστός που έρχεται να προσφέρει, να δει μέσα από την επιφάνεια το βάθος των πραγμάτων, να μαζέψει τις σκόρπιες πεταμένες λέξεις και να φτιάξει πρόταση, να αφουγκρασθεί τον στεναγμό των αδελφών συνανθρώπων του και να συνθέσει ύμνο;
Φεύγουμε, πέρασε η ώρα, ήδη έχουμε αργήσει πολύ, τι ώρα θα γυρίσουμε; Κοιτάζω τον παπα Βασίλη σαν χαζός, την ώρα που μου μιλάει, μπαίνω τελευταίος στο βανάκι , κάθομαι δίπλα στο συνάδελφο τον Λεωνίδα που και αυτός ξεθεωμένος από την κούραση έχει ήδη χαλαρώσει και αναχωρούμε για το χωριό του πατρός Πατρικίου. Δεν έχουμε δικαίωμα να του το αρνηθούμε, δεν θα χάσουμε πολύ χρόνο εκεί, οι ενορίτες του ήταν αυτοί που από λάθος βάδισαν επί δύο ώρες μέσα στην ζούγκλα για να έλθουν να εξετασθούν στο άλλο χωριό. Λάθος συνεννόηση, όχι εκ μέρους μας αλλά τι να το κάνεις, το κακό έχει γίνει. Τώρα θα πάμε να δούμε απλώς την εκκλησία του. Στην ουσία η μετάβασή μας εκεί έχει σαν σκοπό να του προσδώσει κύρος, γιατί όπως μας έλεγε, κανένας σχεδόν δεν πατά στην εκκλησία παρά τις προσπάθειές του και τα παρακάλια του. Εκ λόγων συμπαθείας και μόνο αναγκαστήκαμε να τον ρωτήσουμε: Είναι πολύ μικρή η εκκλησία σου πάτερ Πατρίκιε, μήπως είναι ακόμη ημιτελής, κάποιο πρόβλημα πρέπει να έχει για να μην έρχονται. Και η απάντηση: Δεν έχει ακόμα αρχίσει να κτίζεται, έχω δέσει μία τέντα σε τέσσερα δένδρα για να κάθονται από κάτω! Και πρίν προλάβουμε να κάνουμε την επόμενη ερώτηση: αλλά τώρα ο αέρας μου έσκισε και την τέντα. Μετά από αυτό, τι να ρωτήσεις, να γελάσεις, να θαυμάσεις ή να κλάψεις!
Για να μην πολυλογούμε, πήγαμε τελικά στον τόπο της εκκλησίας για να δούμε τουλάχιστον τα δένδρα, πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η τέντα αλλά δυστυχώς αυτή δεν είχε προσδεθεί σε δένδρα παρά σε χοντρά κλαδιά μπηγμένα στο έδαφος! Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο είχε σχισθεί. Δεν άντεξα, βλέπω τον παπα Βασίλη να βηματίζει ανάμεσα στους τέσσερις πασσάλους που οριοθετούσαν την εκκλησία: παπα Βασίλη να σε βγάλω μία αναμνηστική φωτογραφία τώρα που βρίσκεσαι μέσα στο ναό; Με αυτά που μου λες βρε Κώστα, πώς θες να κρατηθώ, έλα τράβα γρήγορα να μη σου χαλάσω το χατίρι. Ναι, αλλά λίγο πιο δω, να μην έχεις τα νώτα σου στο ιερό! Τελικά, όπως καταλαβαίνει κανείς η φωτογραφία δεν βγήκε όπως θάπρεπε. Τα γεγονότα είναι τόσο σοβαρά που εγγίζουν τα όρια του κωμικού. Ένας παπάς μέσα στη ζούγκλα που τον έστειλε ο επίσκοπος χωρίς τίποτα, παλεύει να στήσει εκκλησία και αγωνίζεται να συγκεντρώσει ένα δύο πιστούς, για να δημιουργήσει ενορία. Και όμως, όσο και να γελάμε, αυτή είναι η πραγματική εκκλησία. Έχει τον άδολο ιερέα της και έχει τους ελάχιστους πιστούς της: «Όπου εισίν δύο ή τρεις συνηγμένοι εν τω ονόματί μου εκεί ειμί εγώ εν μέσω αυτών.» Ο Χριστός όταν καλούσε τους Μαθητές του δεν είχε κανένα οικοδόμημα, ο Φίλιππος όταν καλούσε τον Ναθαναήλ να γνωρίσει τον Μεσσία δεν τον οδήγησε σε ένα μεγαλοπρεπή ναό, τον πήγε και αυτός κοντά στον Ιησού έξω στο δρόμο, όπως ο π. Πατρίκιος τους πιστούς του, ο Φίλιππος δεν είναι γνωστός μεταξύ των Μαθητών για κανένα άλλον από τις χιλιάδες που οδήγησε στον Χριστό παρά μόνο για τον Ναθαναήλ.
Τι ντροπή μπροστά στον π. Πατρίκιο! Πόσο αχάριστοι, πόσο άπληστοι, πόσο ματαιόδοξοι είμαστε! Αλλά και πόσο αδικαιολόγητοι θα είμαστε από εδώ και εμπρός. Ένα τούβλο να του στείλουμε ο καθένας μας, χτίζουμε ένα τοίχο του ναού του, ώστε όταν ανοίγει ο Θεός τους καταρράκτες του ουρανού και στέλνει τις καταιγίδες, να έχει αυτός και οι πιστοί του μία γωνιά κάτω από την καινούργια τέντα, για να σταθούν μέχρι να κοπάσει η βροχή. Εάν ποτέ ανακηρυχθεί άγιος, τότε που δεν θα ζει βέβαια κανένας μας, θα είναι γνωστός στους αγγλόφωνους ομοεθνείς του ως Tent Priest (ο παπα Τέντας) και η εκκλησία του ως Tent Church (Εκκλησία της Τέντας). Του το είπαμε αυτό και χάρηκε, ώστε όταν θα το ακούσει καμιά φορά, να μην νομίσει ότι τον κοροϊδεύουμε. Η ζωή είναι πεπερασμένη, οι δυνατότητες του ανθρώπου όχι άπειρες, το άκρως τραγικό εγγίζει τα όρια του αστείου, το ακατανόητα ταπεινό ενέχει μέσα του το μεγαλειώδες, ενώ το εξεζητημένα πολύπλοκο λιώνει κάτω από το ανυπόδητο πέλμα του πτωχού τω πνεύματι.
Τελικά πάτερ Πατρίκιε δεν μας είπατε, πού πρέπει να λατρεύουμε τον Θεόν; στον ναό της Ιερουσαλήμ, στο όρος Γαριζείν ή στους μεγαλοπρεπείς ναούς της Ελλάδας μας με τα χρυσοποίκιλτα τέμπλα και τα πολυτελή άμφια του ιερατείου; «Πνεύμα ο Θεός», δάσκαλε, «και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ’, 24).

Προς τους «Βολευτές» 2ο

Από την Επιστολή του Καποδίστρια προς τους Έλληνες 14/26 Αυγούστου 1827
(Ιστορία των Ελλήνων Τόμος 12 Εκδ. Δομή σελ. 41)

«… Έστειλα πάραυτα προς τον αδελφόν μου το υπόλοιπον της μετρίας μου καταστάσεως, τον υποχρέωσα να συμμεθέξη και αυτός από το δάνειον, αν το δάνειον λάβει έκβασιν, ει δε μη, να παρακαταθέσει εις χείρας της προσωρινής Διοικήσεως των Ελλήνων δύο χιλιάδας λιρών στερλινών, την μόνην χρηματικήν μου περιουσίαν, την οποίαν καθυπέβαλον εις την εξουσίαν της.
Συγχρόνως έσπευσα να παρακαλέσω ενθέρμως και όλους τους εν ξενιτεία ευκαταστάτους Έλληνας να ακολουθήσωσι τούτο το παράδειγμα, και να σας προσφέρωσι συνδρομήν τινα… »

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ (1)

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ

Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί
ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Το λίκνισμα των επιβατών ήδη άρχισε κάτω από την μουσική υπόκρουση της πετρελαιομηχανής του καταταλαιπωρημένου Βαν, όπως κατεβαίνει από την κορυφή του λοφίσκου για να βρει τη λεωφόρο. Απίστευτο! Πρώτη συμμετοχή μου στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή στην Ουγκάντα, ένα όνειρο της νιότης που πραγματοποιείται στα γεράματα αλλά ποτέ δεν είναι αργά, το αργά πάντοτε είναι καλλίτερο του ποτέ. Mission Orthodox Church.
Οδηγός ένας ντόπιος από την Ουγκάντα, φαίνεται έμπειρος και αρκετά συντηρητικός αλλά ας μη λέμε μεγάλες κουβέντες προτού τελειώσει το ταξίδι. Συνοδηγός, με το χαρακτηριστικό ράσο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, την άσπρη επιβλητική γενειάδα και την πολιά κεφαλή ο παπά Βασίλης, σήμα κατατεθέν της αποστολής μας, το πιο επίσημο διαπιστευτήριο για τα μπλόκα της αστυνομίας που δεν θα είναι σπάνια. Την πίσω σειρά των καθισμάτων την μοιράζεται ο ντόπιος γιατρός στα αριστερά με μία μεγάλη σακ βουαγιάζ δεξιά του και δύο τεράστιες χαρτόκουτες γεμάτες με φάρμακα απίστευτης ποικιλίας από αυτά που δίνουμε στην ελονοσία, στις παρασιτώσεις και στον τυφοειδή πυρετό, μέχρι τις καραμέλες, το πιο δραστικό φάρμακο, όπως θα αποδειχθεί στην πορεία της ημέρας. Ακριβώς από πίσω ο παπά Σπύρος, στην επόμενη σειρά οι δύο γιατροί, εγώ με τον οδοντίατρο τον Λεωνίδα και πίσω τελευταίοι ο πατήρ Πατρίκιος, ένας νεαρός Ουγκαντέζος ιερέας και μία συμπατριώτισσά του νοσοκόμα, η οποία θα μας βοηθήσει στην χορήγηση των φαρμάκων.
Ο χωματόδρομος είναι σε τέτοια κατάσταση που δεν επιτρέπει στο αυτοκίνητο να τρέξει περισσότερο από ένα ώριμο άνδρα που προχωρεί γρήγορα. Δεν έχουμε απομακρυνθεί παρά ελάχιστα μέτρα από τον τόπο εκκίνησης, που ήταν ο μητροπολιτικός ναός. Τώρα περνάμε μπροστά από τις «επαύλεις», που έχουν παραχωρηθεί από την αρχιεπισκοπή στις οικογένειες των κληρικών. Δωμάτια ασοβάτιστα, ένα για την κάθε οικογένεια, 16 τετραγωνικά μέτρα περίπου το καθένα, μέσα στο οποίο ζει ο παπάς, η παπαδιά και τα 4 έως έξι παιδιά τους! Οι δύο από τις τρεις παπαδιές πλένουν έξω τα ρούχα σε μία πλαστική λεκάνη, ένα κοριτσάκι τρίβει επάνω σε μία πέτρα ένα κρεμώδες υλικό ανάμικτο με φιστίκια, για να παρασκευάσει φυστικοβούτυρο και τα υπόλοιπα μικρά, όλα με τα κεφάλια κουρεμένα, άπλυτα (χαρακτηριστική η έλλειψη νερού σε όλη τη χώρα), με ρουχαλάκια σε μεγέθη άσχετα με την ανάπτυξη του σώματός τους, σχισμένα και λερωμένα, και βέβαια ξυπόλυτα. Ένας πολύχρωμος κόκορας περνά άφοβα ανάμεσά τους σαν να ήταν της παρέας των, πηγαίνει λίγο πιο πέρα στα σκουπίδια και αρχίζει να σκαλίζει, προτού πάνε εκεί τα παιδιά, για να παίξουν και αυτά. Η δυστυχία, κάτι αναμενόμενο, δεν βρήκε χώρο να ζωγραφιστεί στα πρόσωπά τους, είναι όλα χαρούμενα και μας χαιρετούν.
Η κατάσταση του δρόμου έχει χειροτερέψει, αν και δεν θέλουμε πολύ ακόμη για να βγούμε στη λεωφόρο. Οι βροχές τού έχουν δημιουργήσει ένα επίμηκες ρήγμα, στο οποίο, εάν βυθισθεί ο τροχός του αυτοκινήτου, δεν βγαίνει από εκεί μέσα παρά με γερανό. Έτσι η αναγκαστική πορεία του είναι οφιοειδής και γίνεται αιτία μαζί με τις λακκούβες να λικνιζόμαστε όλοι πέρα δώθε σε ένα ιερό χορό, τον οποίο θεωρούμε προοίμιο της όλης ιεροτελεστίας, η οποία θα επακολουθήσει στο υπόλοιπο της ημέρας. Χορεύουμε λοιπόν εκόντες άκοντες, όλη η Αφρική χορεύει, δεν μπορούμε να αποτελέσουμε εμείς εξαίρεση. Τρία χαρακτηριστικά έχει η Αφρική, το τραγούδι, το χορό και το χρώμα. Κόκκινο το χρώμα της γης, τόσο κόκκινο που δεν ξέρω εάν άλλη ήπειρος το έχει χρωματίσει έτσι, και πράσινο στην γύρω φύση. Σε αυτόν λοιπόν τον στενό δρόμο, που είναι μάλιστα και διπλής κατεύθυνσης, βρίσκονται τα περισσότερα μαγαζιά της περιοχής. Όλα σχεδόν με εμβαδόν περί τα 10 τετραγωνικά μέτρα, με τοίχους από σανίδες στραβά καρφωμένες που χάσκουν αναμεταξύ τους, με τσίγκους σκουριασμένους και στραπατσαρισμένους για οροφή και με προϊόντα που δεν ξεπερνούν τα 5-6 κιλά, εάν πρόκειται για μανάβικο ή το ένα τεμάχιο κρέατος, εάν μιλάμε για χασάπικο , και αυτό κρεμασμένο έξω και εκτεθειμένο στις μύγες, οι οποίες το γεύονται πρώτες ….και το αξιολογούν ποιοτικά!
Ήδη ταξιδεύουμε στην εθνική οδό, δρόμο διπλής κατεύθυνσης με μία λουρίδα κυκλοφορίας δεξιά κα μία αριστερά. Η οδήγηση είναι κατά το αγγλικό σύστημα από αριστερά, κάτι που σε μπερδεύει ιδιαίτερα κάθε φορά που ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση προσπερνά ένα άλλο και νομίζεις, ότι βρίσκεσαι σε λάθος λωρίδα. Αυτοκίνητα λίγα ιαπωνικά και τα περισσότερα κινέζικα, φορτηγά ελάχιστα και αυτά όχι γνωστών εταιρειών (ένα δύο σουηδικά είδα μέχρι τώρα), και ταξί όλα πανομοιότυπα, βαν, μάρκας τογιότα των 8 θέσεων που έχουν γίνει των 12, με αποτέλεσμα να μη χωράς να καθίσεις και οι ανωμαλίες του δρόμου να μεταφέρονται όλες στα γόνατά σου. Λεωφορεία δεν υπάρχουν, δεν κυκλοφορεί κανένα σε ολόκληρη τη χώρα. Κάπνα και μυρωδιά καμένου πετρελαίου παντού. Οι μηχανές των αυτοκινήτων όλες εγκαταλελειμμένες χωρίς service, οι τρόμπες πετρελαίου όλες αρρύθμιστες, με αποτέλεσμα το καυσαέριο στην εθνική οδό να είναι ότι η ομίχλη στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες.
Μόλις στρίψαμε και προχωράμε πάλι σε κόκκινο χωματόδρομο. Εδώ δεν μετράς την απόσταση με τα χιλιόμετρα αλλά με τις ώρες που θα χρειασθείς για να φθάσεις. Σε αυτούς τους δρόμους δεν μπορείς να προβλέψεις με ποια ταχύτητα θα ταξιδέψεις. Υπάρχουν όμως και τα απρόοπτα. Μία νταλίκα έχει πέσει στην άκρη του δρόμου και ένας γερανός που επιχειρεί να την ανασύρει, έχουν κλείσει το δρόμο. Ο οδηγός μας δεν προβληματίζεται καθόλου. Έμπειρος όπως είναι, κόβει δεξιά, περνάει μέσα από τα χωράφια και από τις εισόδους των σπιτιών σαν να είναι οικιακό ζώο, σκαρφαλώνει στο κράσπεδο του δρόμου, και την ώρα που το ακατόρθωτο φαίνεται κάτι απλό, κολλάει και αυτός στο δρόμο με τους δύο μπροστινούς τροχούς του αυτοκινήτου του να κρέμονται στον αέρα. Το παιχνίδι αλλάζει τώρα μορφή. Όλοι έξω για να μαζέψουμε πέτρες και να τις βάλουμε κάτω από τους μπροστινούς τροχούς, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς όχι όλοι. Αρκετοί από εμάς αντί να κουβαλάμε πέτρες χαζεύουμε με τα παιδιά που μαζεύονται γύρω μας. Λες και τα γεννάει η γη, από πέντε έξι γίνονται δέκα έξι, είκοσι έξι, τριάντα έξι και βάλε. Ένας παιδόκοσμος μας περιτριγυρίζει και επειδή δεν γνωρίζουμε την γλώσσα τους ούτε αυτά την δική μας, το μόνο μέσο συνεννόησης είναι η καραμέλα. Χούφτες από καραμέλες δίνονται στα μικρά άπλυτα χεράκια και μόλις έρχονται σε επαφή με το στόμα, δένεται η φιλία μας με ένα αθώο πλατύ χαμόγελο, με μάτια στρογγυλά μεγάλα ορθάνοιχτα που εστιάζουν επάνω μας και με ένα πλησίασμα αυθόρμητο, όπως γίνεται με γνωστούς σου που έχεις να τους δεις καιρό. Μετά τις καραμέλες ακολουθούν φωτογραφίες, πλήθος από φωτογραφίες, και οι μικροί να ποζάρουν ευτυχισμένοι, τύφλα να’ χουν τα μανεκέν. Να ποζάρουν με τέτοια προθυμία, ενώ γνωρίζουν ότι δεν θα τις δουν ποτέ!
Η επόμενη φάση αφιερώνεται στο αυτοκίνητο που έχει ξεχασθεί. Όλοι τώρα κουβαλάμε πέτρες, κληρικοί, γιατροί, νοσοκόμα και τα παιδιά. Όλοι τώρα σπρώχνουμε το αυτοκίνητο, για να ξεκολλήσει από την γη που το έχει σφιχταγκαλιάσει. Αλλά σπρώχνουμε με τέτοια προθυμία, με τέτοιο μένος, ώστε ξεκολλά τόσο εύκολα που δεν το περίμενε κανείς μας, με αποτέλεσμα να πέσουν όλοι οι μικροί κάτω και από πάνω τους εμείς. Αυτό ήταν και το απρόσμενο σφιχταγκάλιασμα του αποχωρισμού μας. Ήδη χανόμαστε στο βάθος του δρόμου και οι μικροί μας χαιρετούν ακόμη.
Φτάσαμε στο χωριό. Οι ασθενείς όλοι καθισμένοι στο πεζούλι που περιβάλλει το κτήριο του σχολείου. Οι μαθητές και οι μαθήτριες ντυμένοι όλοι στα μπλε και άσπρα. Μία συγκίνηση ηλεκτρίζει το κορμί μας. Εδώ στα βάθη της Αφρικής δεν έρχεσαι να ιδρύσεις Ελληνικό προξενείο ούτε σκοπός σου είναι να διαδόσεις τα ελληνικά ήθη και έθιμα αλλά δεν παύεις να εκπροσωπείς ένα λαό, ένα πολιτισμό. Και ο άλλος, αυτός που δέχεται την δωρεά σου, δεν μένει ασυγκίνητος, σε θεωρεί αδελφό του και ανταποκρίνεται φιλοφρόνως. Όταν δεν υπάρχει εκμετάλλευση, όταν δεν υπάρχει δόλος, τα πάντα γίνονται εν αγάπη, τα πάντα επιτρέπονται.
Τώρα όλοι μέσα στην αίθουσα, σκοτεινή όπως είναι σχεδόν όλες λόγω των μικρών ανοιγμάτων παρά το άπλετο φως της Αφρικής, με απέριττα ξύλινα καθίσματα και με πάτωμα το έδαφος της μητέρας γης, όπως το έπλασε ο παντοδύναμος, χωρίς καν να έχει λειανθεί, με χωμάτινους σωρούς στο βάθος και στα πλάγια. Ο διευθυντής του σχολείου διαβάζει ένα ευχαριστήριο λόγο, που φαίνεται ότι επί ημέρες ολόκληρες τον προετοίμαζε και μετά από αυτόν τα παιδιά αρχίζουν το τραγούδι. Αλλά στην Αφρική βρισκόμαστε, το πρώτο τραγούδι το λένε ακίνητα και τα επόμενα ψευτοχορεύοντας. Είπαμε Αφρική ίσον τραγούδι, χρώμα, χορός. Το χρώμα το περιόρισαν για χάρη μας στο μπλε και άσπρο.
Τελείωσαν τα ψέματα, ήλθε τώρα η σειρά των γιατρών. Δυσκολίες απρόβλεπτες, απίστευτες, δεν γνωρίζεις από πού να αρχίσεις, πώς να φερθείς. Κρεβάτι δεν υπάρχει για να εξετάσεις, οι πόρτες όλες ανοιχτές, το ίδιο και τα παράθυρα. Η εξέταση είναι κάτι που προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μπορεί οποιοσδήποτε να την παρακολουθήσει. Οι ασθενείς εξετάζονται ντυμένοι και τα ακουστικά τα χώνεις μέσα στα ρούχα με το χέρι σου, όπως ρίχνεις την πετονιά για να ψαρέψεις. Η επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς καθίσταται έτσι απλούστατη ως προς το περιβάλλον αλλά δυσκολότατη ως προς την συνεννόηση. Ο ασθενής λέει το πρόβλημά του μιλώντας στη «σουαχίλι» διάλεκτο ή στα ουγκαντέζικα και απευθύνεται αναγκαστικά πρώτα στον δάσκαλο ή στον ιερέα, οι οποίοι παρίστανται υποχρεωτικά στην εξέταση, για να βοηθήσουν. Αυτοί κατόπιν στον γιατρό στα αγγλικά και ο γιατρός, επειδή την πρώτη τουλάχιστον ημέρα δεν μπορούσε εύκολα να κατανοήσει τα αγγλικά, έτσι όπως τα προφέρουν οι Αφρικανοί, ούτε βέβαια μπορούσε να υπερηφανευθεί για την τέλεια κατοχή της γλώσσας, απευθύνεται ή στον π. Βασίλειο ή στον π. Σπυρίδωνα που είναι άριστοι γνώστες της αγγλικής, για να τον βοηθήσουν. Κατόπιν το φαινόμενο αντιστρέφεται, ο γιατρός δίνει οδηγίες στον ιερέα ή στον δάσκαλο στα αγγλικά και αυτοί με την σειρά τους στον ομοεθνή τους ασθενή στην μητρική του γλώσσα. Χάος! Κάθε φορά που θα πρέπει να γράψεις συνταγή, είσαι υποχρεωμένος να σηκώνεσαι όρθιος, διότι καθιστός όπως βρίσκεσαι στην καρέκλα δεν φθάνεις το τραπεζάκι δίπλα σου, το οποίο είναι αρκετά ψηλό, κατασκευασμένο φαίνεται επίτηδες, για να διδάσκει ο δάσκαλος όρθιος. Πιεσόμετρο και ακουστικά δεν υπάρχουν. Τα τελευταία μεταφέρονται από τον Έλληνα γιατρό στον ντόπιο, ο οποίος φαίνεται τα έχει καταργήσει προ πολλού! Μεταφορέας ο παπα Σπύρος, ο γιος του παπα Βασίλη, άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Από την βοήθεια στους γιατρούς μέχρι σεμινάριο θεολογικό μαζί με τον πατέρα του στους ιερείς της Ουγκάντα και υποδειγματική θεία λειτουργία προς επιμόρφωσή τους.
Εντύπωση μας έκανε το δέος με το οποίο μας προσέγγιζαν οι μικροί μπόμπιρες. Μετά μας γνωστοποιήθηκε κάτι, που θα έπρεπε ίσως να το είχαμε υποθέσει και εμείς, ότι δηλαδή τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά έβλεπαν για πρώτη φορά λευκό άνθρωπο και μάλιστα με ακουστικά στο χέρι, παντελώς άγνωστο εργαλείο γι’ αυτούς. Φάρμακο; η καραμέλα. Ο μικρός που έμπαινε στο δωμάτιο του γιατρού με γουρλωμένα μάτια, με σύσπαση του προσώπου έτοιμος για κλάματα, όταν δεχόταν στα χέρια του την καραμέλα, λες και κρατούσε το μαγικό φίλτρο. Έχανε την επαφή με το περιβάλλον, έμπαινε σε ένα χώρο ευτυχίας και δεν αντιδρούσε σε τίποτα, έστω και εάν τον χειρουργούσες. Καμία φαρμακολογία, κανένα επιστημονικό ιατρικό σύγγραμμα δεν αναφέρει τις τρομερές ιδιότητες αυτού του φαρμάκου!
Ήδη έχουμε εξετάσει ο κάθε γιατρός από εκατόν πενήντα άτομα, πενήντα με εβδομήντα ο οδοντίατρος και η ώρα έχει πάει τέσσερις το απόγευμα. Επιτέλους εξετάζουμε τον τελευταίο. Λίγο οινόπνευμα στα χέρια, ένα απλό πλύσιμο με σαπούνι και να τσιμπήσουμε κάτι για μεσημεριανό, ότι μας προσφέρουν. Οινόπνευμα; αστεία λέτε; Μα!, ήλθαν και εξετάσθηκαν άτομα με σύφιλη, με ανοιχτές δερματικές πληγές, με εμπύρετα νοσήματα. Τέλος πάντων, φέρτε λίγο νερό και σαπούνι, ούτε αυτό υπάρχει; Τα χέρια πλύθηκαν με υγρά χαρτομάντιλα, αφού πρώτα πήγαμε στην τουαλέτα. Η πιο άνετη που είχα δει ποτέ μου, πίσω από τις μπανανιές και τα ζαχαροκάλαμα. Και εγώ περίμενα να πλυθώ στο νιπτήρα των αποχωρητηρίων! Το μεσημεριανό μέχρι να γυρίσω είχε ήδη φθάσει, μία μπανάνα για κάθε ένα από εμάς, κάτι που το δεχθήκαμε με ευχαρίστηση, αφού δεν θα χρειαζόταν να έλθουμε σε επαφή με αυτές τρώγοντάς τες. Ο κύριος που μας τις έφερε, φαίνεται ότι τις είχε μετρήσει και είχε διαπιστώσει ότι περίσσευε μία. Αμέσως λοιπόν μόλις ακούμπησε το δίσκο στο τραπέζι, προτού μας πει να φάμε, καθαρίζει την δική του, την τρώει στα γρήγορα και φεύγει!
Τελειώσαμε, τους αποχαιρετάμε όλους, μπαίνουμε όλοι στο «βανάκι» και ξεκινάμε. Δεν προβληματιζόμαστε καθόλου πού θα ακουμπήσουμε στο μικρό όχημά μας, τα πάντα μέσα εδώ είναι πιο βρώμικα από τα χέρια μας, κάτι που μας δημιουργεί ενδόμυχα μια περίεργη άνεση. Όλα στη ζωή είναι σχετικά! Επιστροφή τώρα από τους ίδιους δρόμους με παρόμοιες εντυπώσεις. Παντού πράσινο, όχι ψηλό που να σου πλακώνει την καρδιά, όλο μπανανιές και ζαχαροκάλαμα, μέχρι το πολύ 3-4 μέτρα ψηλά. Ένα δύο πηγάδια μέσα στη ζούγκλα και σειρά από γυναίκες με χρωματιστά πλαστικά μπιτόνια να τα γεμίζουν με νερό, φωλιές τερμιτών τεράστιες ύψους τριών, ακόμη και τεσσάρων μέτρων. Λίγο ακόμη ψηλότερες να γίνουν και θα καταντήσουν τα σπίτια των ιθαγενών να είναι χαμηλότερα από αυτά των μυρμηγκιών.
Οι κούτες έχουν αδειάσει από φάρμακα αλλά έχουν ακόμη αρκετές καραμέλες. Δώσε βρε Κώστα και στους πίσω από μία καραμέλα, ήταν η φωνή του παπα Βασίλη. Οι πίσω ήταν ο π. Πατρίκιος και η νοσοκόμα. Εγώ δίστασα για λίγο αλλά μετά είδα με πόση λαχτάρα δέχτηκαν και οι δυο τους την καραμέλα, πόσα ευχαριστώ μας είπαν. Αδέλφια μας Ουγκαντέζοι, πόσο αδικημένοι είστε και ταυτόχρονα πόσο απλοί, πόσο ταπεινοί! Μακάρι το αίσθημα της υπεροχής μου, όταν σας πέταγα στη χούφτα αυτό το τιποτένιο πράγμα, να μπορούσε να κρυφτεί πίσω από τα ευγενή αυτά αισθήματά σας.
Η ημέρα είναι μεγάλη, αργεί να νυχτώσει. Καθ’ οδόν επισκεφθήκαμε τις εγκαταστάσεις του π. Ιωάννη. Δεν είναι δυνατόν κανείς να φαντασθεί τι θα μπορούσε να επιτύχει ένας άνθρωπος με την δραστηριότητά του, τον ζήλο, την αυταπάρνησή του αλλά και τις απαράμιλλες ικανότητές, με τις οποίες τον έχει προικίσει ο Θεός. Αυτά όμως για άλλη φορά, είναι πολύ αξιόλογα και θα ήταν άδικο να αναφερθούν εν συντομία.
Το βράδυ στο δείπνο, όπως και κάθε βράδυ, ο Μητροπολίτης Ιωνάς μας τιμά με την παρουσία του και αυτή δεν είναι απλώς τυπική. Μετά το φαγητό κάθεται επί μία δύο ώρες και συζητά μαζί μας. Το ύφος του απλό, τα ελληνικά του άπταιστα, (κατέχει δύο πτυχία του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Θεολογικής και της Φιλοσοφικής), η συμπεριφορά του διακριτική, η ικανότητά του να κρίνει τον καθένα από τους συνεργάτες του με την πρώτη ματιά γνωστή, η πείρα του και οι σκληρές εμπειρίες του έχουν αποβεί οι καλλίτεροι δάσκαλοί του. Όλα αυτά τον καθιστούν αξιοσέβαστο άτομο και κυρίως αξιαγάπητο.
Σήμερα τέλος όλα. Όρθιοι μετά το δείπνο συμπροσευχόμαστε με τον ιεράρχη και κατόπιν κατευθυνόμαστε προς τους κοιτώνες μας. Για προφύλαξη από τα δείγματα των κουνουπιών, τουτέστιν από την ελονοσία, θα πρέπει να μπούμε κάτω από τις κουνουπιέρες από τούλι. Όσοι κοιμούνται εύκολα είναι οι τυχεροί. Οι νυκτόβιοι θα διαβάζουν επί ώρες κάτω από αυτές, πώς να γίνει αλλιώς; Την ημέρα θα παριστάνουν τον γιατρό και το βράδυ το κουφέτο μέσα στην μπομπονιέρα.

Προς τους «Βολευτές» 1o

Απόσπασμα από τη δεύτερη σάτυρα του Αλέξανδρου Σούτσου
(«Ιστορία των Ελλήνων» τόμος 11 σελ.742 Εκδ. Δομή)

«Σιώπα Σούτσε! Στους κακούς μην πρόσφερε καθρέπτας
Μήπως δεν είδαμεν ημείς τόσους επάρχους κλέπτας;
Μήπως δεν είδαμεν ημείς ν’ αρμέγουν την Ελλάδα
Εκτελεσταί και Υπουργοί καθείς με την αράδα;
Και όμως σιωπήσαμεν, αφήσαμεν να τρέχη
Και να πηγαίνει πάντοτε το πράγμα όπως (έχει;)
Αφήσαμεν τους κόλακας να γλύφουν τους Μεγάλους
Και, λόγιοι, αφήσαμεν λογιωτάτους άλλους;
Εις των προκρίτων ταις αυλαίς να κοίτωνται ριμμένοι
Σαν ψιττακοί να φλυαρούν εις το κλουβί κλεισμένοι.
………
Στοχάζεσθε πώς αγαπώ τους άλλους να κεντρώνω
Και την χολήν μου πάντοτε αδίκως να θολώνω;»